home.social

#maxims — Public Fediverse posts

Live and recent posts from across the Fediverse tagged #maxims, aggregated by home.social.

  1. Searching The Meaning Of Life! (S.T.M.O.L) @searchingthemeaningoflife.wordpress.com@searchingthemeaningoflife.wordpress.com ·

    […]Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. […] |

    INTERNATIONAL FESTIVAL FOR CONTEMPORARY VISUAL MEDIA | Thessaloniki 2024

    Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μποροῦμε»

     

    🪶Γιατί γεμίζουμε ἀπὸ αἰσθήματα; Γιατί είμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ ἰσορροπίας καὶ τὸ χρειαζόμαστε, ἀλλιῶς ἀρρωσταίνουμε. Ὅταν μιλάει ἕνας θεραπευτής, ἔχει πάντα στὸν νοῦ του πώς μπορεῖ κάπως νὰ βοηθήσει, ἔστω καὶ μὲ μιὰ ὁμιλία, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς σχετικὰ ἰσορροπημένης ψυχικῆς λειτουργίας, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε αυτονόητο. Πολλές φορές «τρελαινόμαστε» – μιλάω γιὰ τὴν γνώριμη, καθημερινὴ τρέλα: αὐτὴ ποὺ βιώνει, λ.χ., ἡ μαμά ποὺ προσπαθεῖ νὰ προλάβει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἔχει ἄλλες δέκα δουλειὲς καὶ τσακώθηκε μὲ τὸν σύζυγό της… Απόγνωση! Χρειάζεται ἕνας τρόπος νὰ σκεφτόμαστε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ σημαίνει ἕνας τρόπος νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε ψυχικά. 

     

    🪶Νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἔξω κόσμο, κι ἂς κάνουν λάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μέταλλο, τὸ καλύτερο υλικό, που μπορεῖ μιὰ καλὴ οἰκογένεια νὰ δώσει στα παιδιά της, νὰ μπορέσουν τὰ παιδιὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ φτερά τους, νὰ πετάξουν, χωρὶς ἐνοχὴ καὶ χωρὶς φόβο. 

    🪶«Γιατί με γέννησες; Μὲ ρώτησες ἐμένα;». Τρομερό! «Καλά, παιδί μου, ἔπρεπε νὰ σοῦ πάρουμε τὴν ἄδεια νὰ σὲ γεννήσουμε;» Αὐτὸ δὲν ἔχει λογική, ἀλλὰ τοὺς χτυπάει ἀκριβῶς σὲ ἕνα τραῦμα δικό τους. Καὶ ξέρετε τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ἐπανάσταση, «γιατί με γέννησες; Δὲν μὲ ρώτησες. Καλύτερα θὰ πέρναγα». Ξέρετε, καὶ πολλοὶ ἐνήλικες το λέμε αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ζωὴ βαραίνει καὶ λιγοστεύει τὸ φῶς, καὶ κάνουμε συχνὰ πολύ σκληρές σκέψεις. Ὅταν πονᾶς πάρα πολύ, ὅταν σὲ ἔχει βρεῖ ἕνα μεγάλο κακό, λὲς «καλύτερα νὰ μὴ ζοῦσα. Καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ζῶ φταῖνε οἱ γονεῖς μου». Βεβαίως ἔρχεται ἡ ἄλλη σκέψη ποὺ λέει, «μὰ τὸ δῶρο τῆς ζωῆς εἶναι καὶ οἱ εὐκαιρίες ποὺ ἔχεις, δὲν εἶσαι μόνο χάλια, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πάλη βρίσκεται ὅλο τὸ νόημα…».

     

    🪶Εἶσαι καλά; Τί σε δυσκολεύει; Τί δὲν καταλαβαίνεις;». Νὰ ἀναρωτηθῶ γιὰ τὴ σχέση μου μὲ τὴ ζωή. Αὐτὸ λέγεται ἀναστοχασμὸς καὶ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐργάζεται καὶ παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἐργάζεται, ἐπεξεργάζεται τὰ δεδομένα της; Ὄχι, δὲν εἶναι. Πολλὲς φορὲς ἡ ψυχὴ πεθαίνει. Παγώνει, παραλύει καὶ ἀρρωσταίνει βαριά. 

     

    🪶«Μά», μοῦ λέει ὁ διπλανός, «μὴν εἶσαι ἀνόητος, εἶναι ἕνα ποτήρι νερό». Ο τρόμος μου, ὅμως, δὲν βλέπει ἁπλῶς ἕνα ποτήρι ἐδῶ. Πολλές φορὲς στὴ ζωὴ λειτουργοῦμε ἔτσι, παρανοϊκά, ὑπερβολικά. Χανόμαστε… Καὶ ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἔχει μιὰ μικρὴ εὐαισθησία, μᾶς χτυπᾶ κι ἀπὸ πάνω. Ὁ θεραπευτής το βλέπει ὅτι εἴμαστε μέσα στον τρόμο. Ἐκεῖ ἡ σκέψη σπάει, παραλύει, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἄρα λοιπὸν ἕνας εἶναι ὁ στόχος: νὰ παραμένει ἡ ψυχὴ ζωντανὴ καὶ νὰ ἐργάζεται, ἀντιμετωπίζοντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα μας ή γύρω μας. Αὐτὰ τὰ μαθαίνουμε πρώτη φορὰ μὲ τὴν οἰκογένεια.

     

    🪶Τρεῖς λοιπὸν εἶναι οἱ Μοῖρες: Ἄτροπος, Λάχεσις, Κλωθώ. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας; Ἄτροπος, Ἀστερητικό σὺν τρέπω, σημαίνει κάτι ποὺ δὲν ἀλλάζει, τὸ ἀμετάβλητο, ὁ βράχος. Νὰ πῶ κάτι ποὺ εἶναι ἀπαράλλακτο σὰ βράχος; Οἱ γονεῖς μου. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία αὐτὴ δὲν ἀλλάζουν, αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς μου. Καὶ τὰ παιδικά μου χρόνια ἐπίσης. Ἄτροπος. Γεννήθηκα ἐκεῖ, ἔβλεπα τὸ βουνὸ αὐτὸ ἀπέναντι, ἡ μάνα μου ἦταν αὐτή, οἱ γειτόνισσες ἦταν αὐτές, οἱ παιδικές μου δυσκολίες ἦταν αὐτές, δὲν ἀλλάζει αὐτό. Λάχεσις εἶναι ἡ δεύτερη Μοίρα, ποὺ λέει τί μοῦ ἔλαχε στὴ ζωή μου, τί ἔφεραν οἱ συγκυρίες. Π.χ., ἡ μαμά μου μὲ ἔδερνε, ἀλλὰ ἦταν καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, στὴν ὁποία πήγαινα καὶ μὲ χάιδευε. Ἡ κυρία αὐτὴ εἶναι Λάχεσις, ἦταν μιὰ ἐπανορθωτικὴ παρουσία. Η ἔχω κάποιες ἀναπηρίες ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιατί γεννήθηκα δύσκολα. Ταυτοχρόνως, ὅμως, μπῆκε στη ζωή μου ἕνας δάσκαλος ἢ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴ δυνατότητα και τὴν ὄρεξη καὶ γυμνάστηκα καὶ ἔκανα ἐκεῖνο, ἔκανα τὸ ἄλλο, καὶ κατάφερα νὰ χτίσω ἕνα σῶμα ἐπαρκές καὶ νὰ τὰ καταφέρω. Λάχεσις λοιπὸν εἶναι οἱ δυνατότητες ποὺ μοῦ τύχανε στὴ ζωή, τὰ τρένα ποὺ περάσανε, οἱ εὐκαιρίες. Κλωθώ (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ πιο σημαντικὴ Μοίρα, ἀπὸ τὸ κλώθω, ὑφαίνω) εἶναι τὸ πῶς ὑφαίνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ δυό. Τὸ σωματικό μου ἀνάστημα, ποὺ δὲν ἀλλάζει ὅσο καὶ ἂν μὲ τραβήξετε, καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχω, οἱ ἀντοχὲς ποὺ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω, οἱ εὐκαιρίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, γιὰ νὰ μὴ μείνω στο τραῦμα καὶ τὸ κόμπλεξ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κλωθώ. Ἐδῶ τίθεται πάλι ἕνα φιλοσοφικὸ ἐρώτημα ἔχει νὰ κάνει πάλι μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε ἀδικία. Γιατί κάποιοι ἄνθρωποι ὑφαίνουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Γιατί «ἀπὸ ρόδο βγαίνει ἀγκάθι καὶ ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ρόδο»; Τί θὰ πεῖ αὐτό; Λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴ θεωρία καὶ πολλὲς φορὲς τὰ βλέπουμε στο γραφείο μας. Ἔρχονται ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦς τὴν ἱστορία τους καὶ λὲς πὼς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στὸ ψυχιατρεῖο. Ἔ, δὲν εἶναι, λάμπει καὶ ἔχει καὶ μιὰ ὄρεξη για ζωὴ ποὺ ὁ θεραπευτής μέσα του ἀπορεῖ καὶ θαυμάζει!

     

    🪶 Οι μύθοι δεν εἶναι παραμύθια, εἶναι ἡ συλλογικὴ πείρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μπαίνει, ποὺ ὀργανώνεται σὲ μιὰν ἀφήγηση. Καὶ εἶναι ἡ προίκα μας, ὁ θησαυρός μας, εἶναι ἡ συλλογική μας ψυχή· δὲν πέσαμε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χωρὶς παρελθόν, ἐρχόμαστε ἀπὸ παλιότερες γενιές. Καὶ μιᾶς οἰκογένειας ἡ ἱστορία εἶναι διαγενεακή, καὶ εἶναι καλὸ νὰ τὴ γνωρίζουμε. Δὲν ἀνήκουμε μόνο στὸν ἑαυτό μας, δὲν εἴμαστε ἄτομα· ἀνήκουμε καὶ σὲ κοινότητες, σὲ κοινωνία μὲ παράδοση, ἔχουν ζήσει καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, κι αὐτὸ μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε στὴν ἐποχή μας.

     

    🪶 Καὶ ἀναρωτιέται, ἀκόμα καὶ ὁ Γιάλομ, «μα γιατί ἔχω κολλήσει;». Παρένθεση ἐδῶ, ἕνα παράδοξο ποὺ εἶναι κοινὸς τόπος, λίγο-πολύ γιὰ ὅλους μας: ὅσο πιὸ κακὴ εἶναι ἡ μάνα, τόσο πιὸ πολὺ κολλᾶμε μαζί της. Γιατί; μὲ ρωτᾶτε. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐρώτηση. Εἶναι σὰν κάτι γυναῖκες, κάτι κοπέλες κυρίως μικρὲς σὲ ἡλικία, ποὺ κολλᾶνε μὲ «κακά παιδιά». Τὶς δέρνουν, τὶς ἀπαξιώνουν, καὶ ὅταν τύχει νὰ βροῦν «ἕνα καλό παιδί» ποὺ λέμε, ποὺ ἔχει Lower, εἶναι καθαρός, εὐγενικός, ἀρέσει στη μαμά, ἔχει χρήματα, μυρίζει ὡραῖα, λένε, «Δὲν ξέρω γιατί, ἀλλὰ βαριέμαι. Πλήττω». Καὶ πρέπει νὰ πάει στὸ παλιόπαιδο, στὸν ἀλήτη, ἂς ποῦμε. Καὶ κολλάει μαζί του.

     

    🪶 Ἔμαθα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ νεκρή, καταθλιπτικὴ μάνα μου νὰ χαμογελάει καὶ ὅλη μου η ζωή ἦταν πῶς θὰ τὴ θεραπεύσω. Δὲν σᾶς τὸ διάβασα τυχαῖα. Σὲ πολλῶν ἀνθρώπων τις θεραπεῖες, κατὰ τὴ γνώμη μου στῶν περισσοτέρων, αὐτὸ εἶναι ἕνα μοτίβο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται. Ποτίζει ἡ πρώιμη ζωή κάποιον, καὶ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὅτι ἔχει ξοδέψει ὅλη του τὴ ζωὴ ψυχικὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς γονεῖς του. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει βρίσει καὶ ἔχει πάει στην Αυστραλία γιὰ νὰ γλιτώσει. Ακόμα και αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι δὲν θὰ τοὺς ξαναμιλήσει. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει θάψει πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν πάει οὔτε στὸ νεκροταφεῖο. Μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ καὶ τὰ μοτίβα ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ γάμος ποὺ κάνει, οἱ σχέσεις ποὺ κάνει, οἱ δουλειές, οἱ ἀστοχίες του, ἀπὸ κάτω κρύβουν ἕνα «πῶς θὰ θεραπεύσω τὴ μάνα μου, τὸν πατέρα μου». 

     

     

    🪶 Μιὰ οἰκογένεια καλὴ λοιπὸν εἶναι ἕνα matrix. Matrix στα Λατινικά σημαίνει μήτρα. Είναι ἕνας χώρος όπου αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς νὰ εἶμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, νὰ αἰσθανόμαστε ὅ,τι αἰσθανόμαστε χωρίς λογοκρισία, καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἐκφράζουμε τὰ βασικά μας συναισθήματα. Τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύο: ἐπιθετικότητα θυμὸς καὶ ἐρωτισμός – ἀγάπη. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βασικά συστατικὰ τοῦ ψυχισμοῦ μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύγκρουση.

     

    🪶 Ἄρα, ὅταν καθίσεις νὰ μιλήσεις καὶ κάποιοι σ’ ἀκούσουν καὶ σοῦ ποῦν κι ἐκεῖνοι τὸ ἀντίστοιχο δικό δικό τους «φοβάμαι μήπως…», τὸ πιὸ τρομερό πράγμα ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ ἕνα μαγικό τρόπο που δὲν εἶναι καθόλου μαγικός βέβαια- ἀδυνατίζει, γλυκαίνει καὶ σηκώνεσαι νὰ προχωρήσεις ξανά στη ζωή, μέχρι την επόμενη φορά ποὺ θὰ φοβηθεῖς. Ἄρα, μιὰ καλὴ οἰκογένεια, λειτουργική, ένα καλὸ σύστημα, ἐνθαρρύνει τα μέλη της νὰ μιλοῦν γιὰ ὅ,τι τους πονάει, τοὺς τρελαίνει καὶ τοὺς ἀποδιοργανώνει. Πολλοι πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες ἔχουν μεγάλη εὐθύνη πού, ὅταν βλέπουν τὸ παιδάκι λίγο ταραγμένο, τοῦ λένε «Ε, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσὺ νὰ εἶσαι θλιμμένος;». «Ἄσε με, ρε μάνα, εἶμαι λίγο…». «Μα γιατί; Τί ἔχεις; Πες στη μαμά σου τί ἔχεις». Καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ τὸ λέει, λέει τὸ παιδί, «Ἄχ, τώρα μπλέξαμε! Τί νὰ πῶ ποὺ αὐτὴ εἶναι τρομοκρατημένη;». Αὐτό, μια τέτοια ἀντίδραση ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ γονέα, μοῦ ἀπαγορεύει ἐμένα, τοῦ παιδιοῦ, νὰ φοβᾶμαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ τρελαίνομαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ αἰσθάνεται ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀπὸ τὸ πιὸ καλὸ μέχρι καὶ τὸ δυσκολότερο. Στὶς θεραπεῖες τῶν ἐνηλίκων ἢ στὶς θεραπευτικὲς ὁμάδες, ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ λένε: «Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπορῶ νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου. Στὸ σπίτι μου μιλᾶμε γι’ αὐτά». Νὰ θυμίσω ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, πὼς δὲν κατηγοροῦμε τοὺς γονεῖς. Δὲν μποροῦσαν, γιατί κι ἐκεῖνοι τρόμαζαν μὲ τοὺς δικούς τους ἑαυτούς. «Μήπως τρελάθηκε τὸ παιδί μου; Μήπως αὐτὰ ποὺ μοῦ λέει σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ψυχικὰ ὑγιές;».

     

    🪶 Πένθος εἶναι ἡ ὁριστικὴ αἴσθηση ὅτι δὲν εἶμαι παντοδύναμος. Ἔχουμε ὅλοι μιὰ παιδική φαντασίωση, μιὰ φαντασίωση παντοδυναμίας ποὺ εἶναι ἡ ἄμυνά μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶπα πρίν. Καὶ μᾶς προστατεύει γιατί; Γιατί, γιὰ νὰ εἴμαστε καλά, θέλουμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Δὲν εἶναι κακό. Ανθρώπινο εἶναι. Κι ἐγώ, ἂν ἔχω συνηθίσει αὐτὸ νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ πάρετε καὶ μοῦ τὸ πᾶτε ἐκεῖ, τρελαίνομαι. Αὐτὸ ποὺ εἶπα μόλις συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα.

     

    🪶 Τὰ ἔχεις πάει καλά, λοιπόν, ἔχεις εὐχαριστηθεῖ, ἔχεις χαρεῖ καὶ λές, «τώρα δεν πᾶμε καὶ γιὰ ὕπνο νὰ ξεκουραστοῦμε;». Ἂν δὲν τὰ ἔχεις κάνει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχεις περάσει καλά, κάθεσαι καὶ κάθεσαι, μὲ τὶς ὧρες, τοὺς ἔχετε δεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κάθονται μέχρι τις 6 το πρωί, 7, δὲ λένε νὰ φύγουν, διότι περιμένουν νὰ τοὺς συμβεῖ τὸ καλὸ τὸ ὁποῖο δὲ συμβαίνει. Σὰν τὸ «Περιμένοντας τον Γκοντό» τοῦ Μπέκετ, κάθονται καὶ περιμένουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔρχεται. Καὶ δὲν μποροῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κιόλας. Δηλαδὴ πεθαίνουν καλύτερα, ὀρθότερα, ἂν μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν περάσει τις διεργασίες τοῦ πενθεῖν στὴ ζωή τους. Καὶ τὸ πενθεῖν ἔχει νὰ κάνει καὶ μὲ τὸν τρόπο που μπορεῖς νὰ ἀφηγηθεῖς κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, τὸν ἑαυτό σου, τὴν ἱστορία σου. 

     

    🪶 Κατάθλιψη εἶναι ὅταν δὲ βλέπω ἕνα μέλλον, ὅταν κολλάω μπροστά σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, ὅταν δὲν τὸν κλείνω, δὲν μπορῶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐργασία τοῦ πένθους καὶ νὰ βάλω μιὰ ταφόπλακα ποὺ νὰ ἔχει χαραγμένο επάνω τὸ τάδε ὄνομα. Ὅταν δὲν ἀποδέχομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ προχωρήσω. Κατάθλιψη εἶναι νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω ὅτι ἔχω κάποια ἐλαττώματα, ἔχω μια μεγαλύτερη ἢ μικρότερη ψυχικὴ ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, νὰ δῶ τί μπορῶ νὰ κάνω γι’ αὐτήν, νὰ προχωρήσω μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω. Νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ διαρκῶς νὰ τοῦ ἐπιτίθεμαι:

    «Πῶς εἶσαι ἔτσι;…». Ὅλοι τὸ κάνουμε αυτό, σαφῶς, πολλὲς φορές, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει μαζοχιστικὴ ἐμμονή.

     

    🪶 Εἶναι καλὸ νὰ πηγαίνουμε πρὸς αὐτοὺς τοὺς ψυχισμοὺς καὶ τὸν ἴσκιο τους, νὰ τοὺς κάνουμε φίλους, νὰ κάνουμε παρέα. Γιατί όχι; Μᾶς θεραπεύουν. Πιστεύω πολὺ στὶς θεραπευτικές δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι κατ’ ἐπάγγελμα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Περιπτεράδες τῆς γωνίας, ἂς ποῦμε. Ὁ τρόπος ποὺ μιλάει, ποὺ κινεῖται, ἡ εὐγένειά του, εἶναι θεραπευτικά πράγματα. Ὅσο γιὰ τὸ πρῶτο, μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι μὲ τοὺς παιδικούς φόβους κάνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα πρῶτα ἀσχολούμαστε λίγο νὰ τοὺς καταλάβουμε. Τὸ δεύτερο, κάνουμε θεραπεία, τὸ τρίτο κάνουμε ἴσως μια καλή σχέση ποὺ μποροῦμε ἐκεῖ νὰ τὰ δουλεύουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε. Μια καλή σχέση εἶναι πάντα ἕνα ἐργαστήριο. Καὶ το τέταρτο, ψάχνουμε νὰ βροῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε αὐτά, μὲ φίλους, μὲ παρέες ποὺ καταλαβαίνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο κόντε Διονύσιος Σολωμός. Μόλις ἄκουγε, λοιπόν, καμιὰ καλὴ λέξη ἀπὸ τὸν βαρκάρη, λαϊκή λέξη, τὸν πλήρωνε. Φανταστείτε τώρα… Πήγαινε στο λιμάνι καὶ ἀγόραζε λέξεις! Οἱ λέξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς κάτι ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ γράφει τα ποιήματά του. Οἱ λέξεις εἶναι ψυχικὰ ἀνοίγματα! Τώρα ἄκουσα ἐγὼ τὴ λέξη που εἴπατε, «ἀνημπορεύσω». Νὰ μὴν μπορῶ, δηλαδή. Αριστούργημα! Θὰ τὴν καταγράψω καὶ θὰ σᾶς πληρώσω! Εξαιρετική λέξη.

     

    🪶 Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. 

     

    🪶 «Θέλω ὅσο γερνάω να γίνομαι καλύτερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό». Κάποιος μοῦ εἶχε πεῖ ξέρετε, μαθαίνω πολλὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευόμενούς μου- «Θέλω νὰ κατοικῶ καλύτερα στὸν ἑαυτό μου».

     

    🪶 Νὰ παραμένει η ψυχή ζωντανή. Ψυχὴ ζωντανὴ σημαίνει νὰ ἐργάζεται. Ὅσο μπορεῖ. Ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο καὶ στὸ πένθος… Νὰ ἀνοίγει δρόμους πρὸς τὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι παντοῦ. Καὶ τὴν εὐχαρίστηση. Νὰ ἀνοίγει δρόμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῆς ψυχῆς. Χαρὰ βέβαια δὲν ἐννοῶ μόνο τὰ ὑλικὰ πράγματα. Χαρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα βλέμμα, ἂς ποῦμε τὸ βλέμμα τῆς ἐγγονῆς στὴ γιαγιά της. Ἢ πολὺ λεπτὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο Χατζηδάκις έλεγε: «Άμα ξυπνήσεις μετὰ τὰ 50 καὶ δὲν πονᾶς πουθενά, μᾶλλον εἶσαι πεθαμένος»– καὶ τὴν ψυχή του, νὰ μπορεῖ νὰ γίνεται ἡ ματιά του γλυκιά, νὰ γλυκαίνουν ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις του, τὸ ἄγγιγμά του, νὰ ἔχουν φύγει λίγο ή βία καὶ ἡ ἐπιθετικότητα… Υπάρχουν τέτοιοι γέροι, ποὺ χαίρεσαι νὰ εἶσαι μαζί τους.

     

    🪶 Δεν μιλάω γιὰ τὴ βαριὰ κατάθλιψη, ἀλλὰ ἕνα χαρακτηριστικό τῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἐλπίδα, πίστη καὶ ὄνειρο, ὅπως εἴπαμε. Δὲν ὀνειροπολούν. Γιατί εἶναι τόσο σπουδαῖο νὰ ὀνειρευτοῦμε τὸ μέλλον, τὴ ζωή μας; Ἐπειδὴ αὐτό, αὐτὴ ἡ λειτουργία, εἶναι ἡ ἀτμομηχανὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Ἂν θέλω νὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ πάω ἐκεῖ, πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ὀνειροπολήσω. Ἂν δὲν ὀνειροπολήσω, θὰ κάθομαι ἐδῶ γιὰ πάντα. Ἡ ἐρώτηση εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ θεραπευτικά. Ἂν κανεὶς ἀρχίσει νὰ ὀνειροπολεῖ, ἀκόμα κι ἂν πιεστεῖ, ἀκόμη κι ἂν πιεῖ καὶ λίγο κρασί κι ὀνειρευτεῖ, προχωράει ἡ ψυχική διαδρομή, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ μειώνεται ἡ καταθλιπτικὴ σκιά. Δηλαδή, ὑπάρχουν οἰκογένειες ποὺ μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν ὅλοι μαζί. 

     

    🪶 Πνεῦμα, ξέρετε τὴν ἐτυμολογία του; Ἀπὸ τὸ πνέω. Εἶναι πνοὴ ἐντός. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Τί σημαίνει ψυχὴ ἐτυμολογικῶς; Λέμε ψυχικόν. Τί εἶναι τὸ ψυχικόν; Τὸ ψυχικὸ εἶναι ἡ πηγή που βγάζει νερό. Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε το Ψυχικό, τὸ προάστιο; Ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Αθηναία ἔκανε στην περιοχὴ αὐτὴ ἕνα πηγάδι γιὰ να πίνουν νεράκι οἱ ταξιδιῶτες. Μετὰ ἔκανε καὶ μοναστήρι ἐκεῖ. Καὶ ἔτσι πῆρε τὸ προάστιο τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξέρουμε. Ἂν ψάξουμε τὴν ἱστορία τῶν λέξεων, έχει μέσα θησαυρούς. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, τοὺς συνειρμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐτυμολογία της, εἶναι κάτι ποὺ σὲ δροσίζει, κάτι ποὺ κάνει τὴ ζωὴ πιὸ δροσερή… 

     

    🪶 Ὅταν φοβᾶμαι μὴ πεθάνει ἡ μαμά μου, στὸ βάθος φοβᾶμαι μὴν πεθάνουν τὰ κρατήματά μου, δηλαδὴ ἐγώ. Μήπως ἀφανιστῶ καὶ συντριβῶ ψυχικά – καὶ σωματικὰ πολλὲς φορές. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος όλων μας. Αὐτὸ σημαίνει «χάνω τὴ μαμά μου». Και τότε σβήνει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἡ ζωὴ σκοτεινιάζει. Ὅταν μπαίνουμε σε τέτοιες περιοχές, ἔξω μπορεῖ νὰ ἔχει λιακάδα, τὰ πράγματα ἀντικειμενικὰ νὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ ἐμεῖς νιώθουμε γεύση θανάτου.

     

    🪶 Ἂν δὲν εἴχαμε κανένα τραῦμα καὶ κανένα πόνο, θὰ εἴμαστε σὰν κομοδίνα, καλοὶ μέν, στιβαροί, ὅπως τὸ κομοδίνο, ποὺ κάθεται καὶ περιμένει τὸ αὔριο. Δεν κινεῖται, δὲν ἐργάζεται, δὲν κατασκευάζει ψυχικά, δὲν ἔχει ψυχικὸ ρυθμό, όπως λέμε. Ψυχικό ρυθμό ἔχει ὁτιδήποτε κινεῖται στὴν ἔλλειψη, στὸ τραῦμα. Ἡ βάση τῆς μάθησης εἶναι ὅτι κάποια στιγμὴ ἡ μάνα μας μᾶς «ἐγκατέλειψε». Πῆγε στο μπάνιο. Τότε φοβηθήκαμε ὅτι θὰ πεθάνουμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ πιπιλᾶμε το δάχτυλό μας, νὰ κοιτᾶμε τὸ φῶς, νὰ κάνουμε ὑπομονή, νὰ βρίσκουμε ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέω, σὰν ἐφόδια γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Ἄρα, εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω. (Μὴν πᾶμε στὴν μαζοχιστικὴ περιοχή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ σᾶς μιλήσω μετά.) Εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω ἢ ποὺ ἔχω ἐλλείμματα ἢ ποὺ ἔχω θέματα, γιατὶ ἔτσι μπορῶ νὰ μείνω ζωντανός, κινητοποιώντας το δυναμικό μου. Αὐτὸ ποὺ ζητάω στὸ βάθος, τὸ «πάρτε μου ὅλο τὸν πόνο», σημαίνει ἂς πεθάνω, ἃς μὴν ἐργάζομαι ψυχικά, ἂς μὴν κατασκευάζω, ἂς μὴ δημιουργῶ. Ἡ δημιουργικότητα, όμως, πάει πάντα μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα ἔλλειψης. Ρωτήστε τοὺς καλλιτέχνες, τους ποιητές, πῶς γεννᾶνε ἕνα ἔργο καὶ τί ὀδύνες, καὶ μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα, έχουν προηγηθεῖ. Σκεφτείτε τις μεγάλες στιγμές στη ζωή σας. Που λέτε «κατάφερα αὐτό, έκανα ἐκεῖνο», ὄχι μόνο στὰ ἐπιχειρηματικὰ ἢ στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ παντοῦ. Σκεφτεῖτε ἀκόμα καὶ τὰ μεγάλα σας ἐπιτεύγματα, κάνατε δύο παιδιά, κάνατε μιὰ ἐπιχείρηση. Ἂν σκεφτεῖτε με ειλικρίνεια, θὰ δεῖτε ὅτι σίγουρα έχει προηγηθεί θύελλα, πάντοτε. Ἀλλιῶς δὲ γίνεται. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἔθιξα λίγο, εἶναι βασικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ πάρει κανεὶς αὐτὸ τὸ ρυθμό, ποὺ ἐπεσήμανα στὴν ἀρχή.

     

    🪶 Ένας θεραπευόμενός μου κυνηγοῦσε κάποια κοπέλα ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Λέει, λοιπόν, «τὸ πρόβλημά μου δεν εἶναι μὴ μοῦ πεῖ ὄχι, τὸ πρόβλημά μου εἶναι τί θὰ κάνω ἄν μου πεῖ ναί». Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο παράδοξο. Εἶναι τὸ αἴνιγμα τοῦ κακοήθους μαζοχισμοῦ, γιατί βασανιζόμαστε. Διότι πολλὲς φορὲς γιὰ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουμε κάποια συμμετοχὴ καὶ ἐμεῖς. Προκαλοῦμε τὴν καταστροφή, την τιμωρία, τὴν ὀδύνη. 

     

    🪶 Ἡ ἀγάπη βρίσκεται στὸ ζεστό στρώμα ὅταν ἡ ὁμάδα ἢ τὸ ζευγάρι εἶναι μὲς στὸ μίσος ἢ στὴν ἀπόγνωση ἢ στὸ φόβο, ἀλλὰ παραμένουν μαζὶ καὶ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ καὶ ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τονίζω τὸ «ἀκούει ὁ ἔνας τὸν ἄλλον», ἀκούει ενεργητικά, όχι μένουν μαζί ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν εἶναι μόνοι. Οἱ λέξεις καὶ τὸ κλίμα ποὺ ὑπάρχουν σὲ μιὰ ὁμάδα ἢ σὲ μιὰ οἰκογένεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τρία πολὺ ἁπλὰ καὶ βασικὰ πράγματα: πῶς μιλᾶς, πῶς ἀκοῦς, πῶς κοιτᾶς. Πῶς μιλᾶς, δηλαδή ποιό εἶναι τὸ ἠχόχρωμα καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς σου.

     

    🪶 Κλείνοντας σᾶς διαβάζω ἕνα πολὺ μικρό ἀπόσπασμα ἑνὸς πολύ καλοῦ οἰκογενειακοῦ θεραπευτῆ ποὺ λέγεται Πίτμαν, κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικά. Λέει λοιπὸν στοὺς θεραπευόμενούς του, ὅταν τοὺς ἀποχαιρετᾶ μετὰ τὸ τέλος τῆς θεραπείας: «Συγχωρῆστε τις μητέρες σας, μπεῖτε σε ὁμάδες, βρεῖτε κάποια ἐργασία καὶ κάποια ψυχαγωγία, ἀποκτῆστε σύντροφο, διατηρεῖτε τὴ σχέση ἰσότιμη καὶ ἀναθρέψτε παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρεῖτε». 

    by SearchingTheMeaningOfLife

    Βαθμολογία:

    #Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading
  2. Searching The Meaning Of Life! (S.T.M.O.L) @searchingthemeaningoflife.wordpress.com@searchingthemeaningoflife.wordpress.com ·

    […]Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. […] |

    INTERNATIONAL FESTIVAL FOR CONTEMPORARY VISUAL MEDIA | Thessaloniki 2024

    Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μποροῦμε»

     

    🪶Γιατί γεμίζουμε ἀπὸ αἰσθήματα; Γιατί είμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ ἰσορροπίας καὶ τὸ χρειαζόμαστε, ἀλλιῶς ἀρρωσταίνουμε. Ὅταν μιλάει ἕνας θεραπευτής, ἔχει πάντα στὸν νοῦ του πώς μπορεῖ κάπως νὰ βοηθήσει, ἔστω καὶ μὲ μιὰ ὁμιλία, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς σχετικὰ ἰσορροπημένης ψυχικῆς λειτουργίας, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε αυτονόητο. Πολλές φορές «τρελαινόμαστε» – μιλάω γιὰ τὴν γνώριμη, καθημερινὴ τρέλα: αὐτὴ ποὺ βιώνει, λ.χ., ἡ μαμά ποὺ προσπαθεῖ νὰ προλάβει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἔχει ἄλλες δέκα δουλειὲς καὶ τσακώθηκε μὲ τὸν σύζυγό της… Απόγνωση! Χρειάζεται ἕνας τρόπος νὰ σκεφτόμαστε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ σημαίνει ἕνας τρόπος νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε ψυχικά. 

     

    🪶Νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἔξω κόσμο, κι ἂς κάνουν λάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μέταλλο, τὸ καλύτερο υλικό, που μπορεῖ μιὰ καλὴ οἰκογένεια νὰ δώσει στα παιδιά της, νὰ μπορέσουν τὰ παιδιὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ φτερά τους, νὰ πετάξουν, χωρὶς ἐνοχὴ καὶ χωρὶς φόβο. 

    🪶«Γιατί με γέννησες; Μὲ ρώτησες ἐμένα;». Τρομερό! «Καλά, παιδί μου, ἔπρεπε νὰ σοῦ πάρουμε τὴν ἄδεια νὰ σὲ γεννήσουμε;» Αὐτὸ δὲν ἔχει λογική, ἀλλὰ τοὺς χτυπάει ἀκριβῶς σὲ ἕνα τραῦμα δικό τους. Καὶ ξέρετε τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ἐπανάσταση, «γιατί με γέννησες; Δὲν μὲ ρώτησες. Καλύτερα θὰ πέρναγα». Ξέρετε, καὶ πολλοὶ ἐνήλικες το λέμε αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ζωὴ βαραίνει καὶ λιγοστεύει τὸ φῶς, καὶ κάνουμε συχνὰ πολύ σκληρές σκέψεις. Ὅταν πονᾶς πάρα πολύ, ὅταν σὲ ἔχει βρεῖ ἕνα μεγάλο κακό, λὲς «καλύτερα νὰ μὴ ζοῦσα. Καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ζῶ φταῖνε οἱ γονεῖς μου». Βεβαίως ἔρχεται ἡ ἄλλη σκέψη ποὺ λέει, «μὰ τὸ δῶρο τῆς ζωῆς εἶναι καὶ οἱ εὐκαιρίες ποὺ ἔχεις, δὲν εἶσαι μόνο χάλια, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πάλη βρίσκεται ὅλο τὸ νόημα…».

     

    🪶Εἶσαι καλά; Τί σε δυσκολεύει; Τί δὲν καταλαβαίνεις;». Νὰ ἀναρωτηθῶ γιὰ τὴ σχέση μου μὲ τὴ ζωή. Αὐτὸ λέγεται ἀναστοχασμὸς καὶ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐργάζεται καὶ παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἐργάζεται, ἐπεξεργάζεται τὰ δεδομένα της; Ὄχι, δὲν εἶναι. Πολλὲς φορὲς ἡ ψυχὴ πεθαίνει. Παγώνει, παραλύει καὶ ἀρρωσταίνει βαριά. 

     

    🪶«Μά», μοῦ λέει ὁ διπλανός, «μὴν εἶσαι ἀνόητος, εἶναι ἕνα ποτήρι νερό». Ο τρόμος μου, ὅμως, δὲν βλέπει ἁπλῶς ἕνα ποτήρι ἐδῶ. Πολλές φορὲς στὴ ζωὴ λειτουργοῦμε ἔτσι, παρανοϊκά, ὑπερβολικά. Χανόμαστε… Καὶ ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἔχει μιὰ μικρὴ εὐαισθησία, μᾶς χτυπᾶ κι ἀπὸ πάνω. Ὁ θεραπευτής το βλέπει ὅτι εἴμαστε μέσα στον τρόμο. Ἐκεῖ ἡ σκέψη σπάει, παραλύει, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἄρα λοιπὸν ἕνας εἶναι ὁ στόχος: νὰ παραμένει ἡ ψυχὴ ζωντανὴ καὶ νὰ ἐργάζεται, ἀντιμετωπίζοντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα μας ή γύρω μας. Αὐτὰ τὰ μαθαίνουμε πρώτη φορὰ μὲ τὴν οἰκογένεια.

     

    🪶Τρεῖς λοιπὸν εἶναι οἱ Μοῖρες: Ἄτροπος, Λάχεσις, Κλωθώ. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας; Ἄτροπος, Ἀστερητικό σὺν τρέπω, σημαίνει κάτι ποὺ δὲν ἀλλάζει, τὸ ἀμετάβλητο, ὁ βράχος. Νὰ πῶ κάτι ποὺ εἶναι ἀπαράλλακτο σὰ βράχος; Οἱ γονεῖς μου. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία αὐτὴ δὲν ἀλλάζουν, αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς μου. Καὶ τὰ παιδικά μου χρόνια ἐπίσης. Ἄτροπος. Γεννήθηκα ἐκεῖ, ἔβλεπα τὸ βουνὸ αὐτὸ ἀπέναντι, ἡ μάνα μου ἦταν αὐτή, οἱ γειτόνισσες ἦταν αὐτές, οἱ παιδικές μου δυσκολίες ἦταν αὐτές, δὲν ἀλλάζει αὐτό. Λάχεσις εἶναι ἡ δεύτερη Μοίρα, ποὺ λέει τί μοῦ ἔλαχε στὴ ζωή μου, τί ἔφεραν οἱ συγκυρίες. Π.χ., ἡ μαμά μου μὲ ἔδερνε, ἀλλὰ ἦταν καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, στὴν ὁποία πήγαινα καὶ μὲ χάιδευε. Ἡ κυρία αὐτὴ εἶναι Λάχεσις, ἦταν μιὰ ἐπανορθωτικὴ παρουσία. Η ἔχω κάποιες ἀναπηρίες ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιατί γεννήθηκα δύσκολα. Ταυτοχρόνως, ὅμως, μπῆκε στη ζωή μου ἕνας δάσκαλος ἢ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴ δυνατότητα και τὴν ὄρεξη καὶ γυμνάστηκα καὶ ἔκανα ἐκεῖνο, ἔκανα τὸ ἄλλο, καὶ κατάφερα νὰ χτίσω ἕνα σῶμα ἐπαρκές καὶ νὰ τὰ καταφέρω. Λάχεσις λοιπὸν εἶναι οἱ δυνατότητες ποὺ μοῦ τύχανε στὴ ζωή, τὰ τρένα ποὺ περάσανε, οἱ εὐκαιρίες. Κλωθώ (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ πιο σημαντικὴ Μοίρα, ἀπὸ τὸ κλώθω, ὑφαίνω) εἶναι τὸ πῶς ὑφαίνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ δυό. Τὸ σωματικό μου ἀνάστημα, ποὺ δὲν ἀλλάζει ὅσο καὶ ἂν μὲ τραβήξετε, καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχω, οἱ ἀντοχὲς ποὺ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω, οἱ εὐκαιρίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, γιὰ νὰ μὴ μείνω στο τραῦμα καὶ τὸ κόμπλεξ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κλωθώ. Ἐδῶ τίθεται πάλι ἕνα φιλοσοφικὸ ἐρώτημα ἔχει νὰ κάνει πάλι μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε ἀδικία. Γιατί κάποιοι ἄνθρωποι ὑφαίνουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Γιατί «ἀπὸ ρόδο βγαίνει ἀγκάθι καὶ ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ρόδο»; Τί θὰ πεῖ αὐτό; Λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴ θεωρία καὶ πολλὲς φορὲς τὰ βλέπουμε στο γραφείο μας. Ἔρχονται ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦς τὴν ἱστορία τους καὶ λὲς πὼς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στὸ ψυχιατρεῖο. Ἔ, δὲν εἶναι, λάμπει καὶ ἔχει καὶ μιὰ ὄρεξη για ζωὴ ποὺ ὁ θεραπευτής μέσα του ἀπορεῖ καὶ θαυμάζει!

     

    🪶 Οι μύθοι δεν εἶναι παραμύθια, εἶναι ἡ συλλογικὴ πείρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μπαίνει, ποὺ ὀργανώνεται σὲ μιὰν ἀφήγηση. Καὶ εἶναι ἡ προίκα μας, ὁ θησαυρός μας, εἶναι ἡ συλλογική μας ψυχή· δὲν πέσαμε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χωρὶς παρελθόν, ἐρχόμαστε ἀπὸ παλιότερες γενιές. Καὶ μιᾶς οἰκογένειας ἡ ἱστορία εἶναι διαγενεακή, καὶ εἶναι καλὸ νὰ τὴ γνωρίζουμε. Δὲν ἀνήκουμε μόνο στὸν ἑαυτό μας, δὲν εἴμαστε ἄτομα· ἀνήκουμε καὶ σὲ κοινότητες, σὲ κοινωνία μὲ παράδοση, ἔχουν ζήσει καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, κι αὐτὸ μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε στὴν ἐποχή μας.

     

    🪶 Καὶ ἀναρωτιέται, ἀκόμα καὶ ὁ Γιάλομ, «μα γιατί ἔχω κολλήσει;». Παρένθεση ἐδῶ, ἕνα παράδοξο ποὺ εἶναι κοινὸς τόπος, λίγο-πολύ γιὰ ὅλους μας: ὅσο πιὸ κακὴ εἶναι ἡ μάνα, τόσο πιὸ πολὺ κολλᾶμε μαζί της. Γιατί; μὲ ρωτᾶτε. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐρώτηση. Εἶναι σὰν κάτι γυναῖκες, κάτι κοπέλες κυρίως μικρὲς σὲ ἡλικία, ποὺ κολλᾶνε μὲ «κακά παιδιά». Τὶς δέρνουν, τὶς ἀπαξιώνουν, καὶ ὅταν τύχει νὰ βροῦν «ἕνα καλό παιδί» ποὺ λέμε, ποὺ ἔχει Lower, εἶναι καθαρός, εὐγενικός, ἀρέσει στη μαμά, ἔχει χρήματα, μυρίζει ὡραῖα, λένε, «Δὲν ξέρω γιατί, ἀλλὰ βαριέμαι. Πλήττω». Καὶ πρέπει νὰ πάει στὸ παλιόπαιδο, στὸν ἀλήτη, ἂς ποῦμε. Καὶ κολλάει μαζί του.

     

    🪶 Ἔμαθα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ νεκρή, καταθλιπτικὴ μάνα μου νὰ χαμογελάει καὶ ὅλη μου η ζωή ἦταν πῶς θὰ τὴ θεραπεύσω. Δὲν σᾶς τὸ διάβασα τυχαῖα. Σὲ πολλῶν ἀνθρώπων τις θεραπεῖες, κατὰ τὴ γνώμη μου στῶν περισσοτέρων, αὐτὸ εἶναι ἕνα μοτίβο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται. Ποτίζει ἡ πρώιμη ζωή κάποιον, καὶ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὅτι ἔχει ξοδέψει ὅλη του τὴ ζωὴ ψυχικὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς γονεῖς του. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει βρίσει καὶ ἔχει πάει στην Αυστραλία γιὰ νὰ γλιτώσει. Ακόμα και αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι δὲν θὰ τοὺς ξαναμιλήσει. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει θάψει πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν πάει οὔτε στὸ νεκροταφεῖο. Μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ καὶ τὰ μοτίβα ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ γάμος ποὺ κάνει, οἱ σχέσεις ποὺ κάνει, οἱ δουλειές, οἱ ἀστοχίες του, ἀπὸ κάτω κρύβουν ἕνα «πῶς θὰ θεραπεύσω τὴ μάνα μου, τὸν πατέρα μου». 

     

     

    🪶 Μιὰ οἰκογένεια καλὴ λοιπὸν εἶναι ἕνα matrix. Matrix στα Λατινικά σημαίνει μήτρα. Είναι ἕνας χώρος όπου αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς νὰ εἶμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, νὰ αἰσθανόμαστε ὅ,τι αἰσθανόμαστε χωρίς λογοκρισία, καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἐκφράζουμε τὰ βασικά μας συναισθήματα. Τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύο: ἐπιθετικότητα θυμὸς καὶ ἐρωτισμός – ἀγάπη. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βασικά συστατικὰ τοῦ ψυχισμοῦ μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύγκρουση.

     

    🪶 Ἄρα, ὅταν καθίσεις νὰ μιλήσεις καὶ κάποιοι σ’ ἀκούσουν καὶ σοῦ ποῦν κι ἐκεῖνοι τὸ ἀντίστοιχο δικό δικό τους «φοβάμαι μήπως…», τὸ πιὸ τρομερό πράγμα ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ ἕνα μαγικό τρόπο που δὲν εἶναι καθόλου μαγικός βέβαια- ἀδυνατίζει, γλυκαίνει καὶ σηκώνεσαι νὰ προχωρήσεις ξανά στη ζωή, μέχρι την επόμενη φορά ποὺ θὰ φοβηθεῖς. Ἄρα, μιὰ καλὴ οἰκογένεια, λειτουργική, ένα καλὸ σύστημα, ἐνθαρρύνει τα μέλη της νὰ μιλοῦν γιὰ ὅ,τι τους πονάει, τοὺς τρελαίνει καὶ τοὺς ἀποδιοργανώνει. Πολλοι πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες ἔχουν μεγάλη εὐθύνη πού, ὅταν βλέπουν τὸ παιδάκι λίγο ταραγμένο, τοῦ λένε «Ε, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσὺ νὰ εἶσαι θλιμμένος;». «Ἄσε με, ρε μάνα, εἶμαι λίγο…». «Μα γιατί; Τί ἔχεις; Πες στη μαμά σου τί ἔχεις». Καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ τὸ λέει, λέει τὸ παιδί, «Ἄχ, τώρα μπλέξαμε! Τί νὰ πῶ ποὺ αὐτὴ εἶναι τρομοκρατημένη;». Αὐτό, μια τέτοια ἀντίδραση ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ γονέα, μοῦ ἀπαγορεύει ἐμένα, τοῦ παιδιοῦ, νὰ φοβᾶμαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ τρελαίνομαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ αἰσθάνεται ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀπὸ τὸ πιὸ καλὸ μέχρι καὶ τὸ δυσκολότερο. Στὶς θεραπεῖες τῶν ἐνηλίκων ἢ στὶς θεραπευτικὲς ὁμάδες, ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ λένε: «Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπορῶ νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου. Στὸ σπίτι μου μιλᾶμε γι’ αὐτά». Νὰ θυμίσω ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, πὼς δὲν κατηγοροῦμε τοὺς γονεῖς. Δὲν μποροῦσαν, γιατί κι ἐκεῖνοι τρόμαζαν μὲ τοὺς δικούς τους ἑαυτούς. «Μήπως τρελάθηκε τὸ παιδί μου; Μήπως αὐτὰ ποὺ μοῦ λέει σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ψυχικὰ ὑγιές;».

     

    🪶 Πένθος εἶναι ἡ ὁριστικὴ αἴσθηση ὅτι δὲν εἶμαι παντοδύναμος. Ἔχουμε ὅλοι μιὰ παιδική φαντασίωση, μιὰ φαντασίωση παντοδυναμίας ποὺ εἶναι ἡ ἄμυνά μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶπα πρίν. Καὶ μᾶς προστατεύει γιατί; Γιατί, γιὰ νὰ εἴμαστε καλά, θέλουμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Δὲν εἶναι κακό. Ανθρώπινο εἶναι. Κι ἐγώ, ἂν ἔχω συνηθίσει αὐτὸ νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ πάρετε καὶ μοῦ τὸ πᾶτε ἐκεῖ, τρελαίνομαι. Αὐτὸ ποὺ εἶπα μόλις συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα.

     

    🪶 Τὰ ἔχεις πάει καλά, λοιπόν, ἔχεις εὐχαριστηθεῖ, ἔχεις χαρεῖ καὶ λές, «τώρα δεν πᾶμε καὶ γιὰ ὕπνο νὰ ξεκουραστοῦμε;». Ἂν δὲν τὰ ἔχεις κάνει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχεις περάσει καλά, κάθεσαι καὶ κάθεσαι, μὲ τὶς ὧρες, τοὺς ἔχετε δεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κάθονται μέχρι τις 6 το πρωί, 7, δὲ λένε νὰ φύγουν, διότι περιμένουν νὰ τοὺς συμβεῖ τὸ καλὸ τὸ ὁποῖο δὲ συμβαίνει. Σὰν τὸ «Περιμένοντας τον Γκοντό» τοῦ Μπέκετ, κάθονται καὶ περιμένουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔρχεται. Καὶ δὲν μποροῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κιόλας. Δηλαδὴ πεθαίνουν καλύτερα, ὀρθότερα, ἂν μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν περάσει τις διεργασίες τοῦ πενθεῖν στὴ ζωή τους. Καὶ τὸ πενθεῖν ἔχει νὰ κάνει καὶ μὲ τὸν τρόπο που μπορεῖς νὰ ἀφηγηθεῖς κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, τὸν ἑαυτό σου, τὴν ἱστορία σου. 

     

    🪶 Κατάθλιψη εἶναι ὅταν δὲ βλέπω ἕνα μέλλον, ὅταν κολλάω μπροστά σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, ὅταν δὲν τὸν κλείνω, δὲν μπορῶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐργασία τοῦ πένθους καὶ νὰ βάλω μιὰ ταφόπλακα ποὺ νὰ ἔχει χαραγμένο επάνω τὸ τάδε ὄνομα. Ὅταν δὲν ἀποδέχομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ προχωρήσω. Κατάθλιψη εἶναι νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω ὅτι ἔχω κάποια ἐλαττώματα, ἔχω μια μεγαλύτερη ἢ μικρότερη ψυχικὴ ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, νὰ δῶ τί μπορῶ νὰ κάνω γι’ αὐτήν, νὰ προχωρήσω μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω. Νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ διαρκῶς νὰ τοῦ ἐπιτίθεμαι:

    «Πῶς εἶσαι ἔτσι;…». Ὅλοι τὸ κάνουμε αυτό, σαφῶς, πολλὲς φορές, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει μαζοχιστικὴ ἐμμονή.

     

    🪶 Εἶναι καλὸ νὰ πηγαίνουμε πρὸς αὐτοὺς τοὺς ψυχισμοὺς καὶ τὸν ἴσκιο τους, νὰ τοὺς κάνουμε φίλους, νὰ κάνουμε παρέα. Γιατί όχι; Μᾶς θεραπεύουν. Πιστεύω πολὺ στὶς θεραπευτικές δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι κατ’ ἐπάγγελμα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Περιπτεράδες τῆς γωνίας, ἂς ποῦμε. Ὁ τρόπος ποὺ μιλάει, ποὺ κινεῖται, ἡ εὐγένειά του, εἶναι θεραπευτικά πράγματα. Ὅσο γιὰ τὸ πρῶτο, μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι μὲ τοὺς παιδικούς φόβους κάνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα πρῶτα ἀσχολούμαστε λίγο νὰ τοὺς καταλάβουμε. Τὸ δεύτερο, κάνουμε θεραπεία, τὸ τρίτο κάνουμε ἴσως μια καλή σχέση ποὺ μποροῦμε ἐκεῖ νὰ τὰ δουλεύουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε. Μια καλή σχέση εἶναι πάντα ἕνα ἐργαστήριο. Καὶ το τέταρτο, ψάχνουμε νὰ βροῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε αὐτά, μὲ φίλους, μὲ παρέες ποὺ καταλαβαίνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο κόντε Διονύσιος Σολωμός. Μόλις ἄκουγε, λοιπόν, καμιὰ καλὴ λέξη ἀπὸ τὸν βαρκάρη, λαϊκή λέξη, τὸν πλήρωνε. Φανταστείτε τώρα… Πήγαινε στο λιμάνι καὶ ἀγόραζε λέξεις! Οἱ λέξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς κάτι ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ γράφει τα ποιήματά του. Οἱ λέξεις εἶναι ψυχικὰ ἀνοίγματα! Τώρα ἄκουσα ἐγὼ τὴ λέξη που εἴπατε, «ἀνημπορεύσω». Νὰ μὴν μπορῶ, δηλαδή. Αριστούργημα! Θὰ τὴν καταγράψω καὶ θὰ σᾶς πληρώσω! Εξαιρετική λέξη.

     

    🪶 Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. 

     

    🪶 «Θέλω ὅσο γερνάω να γίνομαι καλύτερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό». Κάποιος μοῦ εἶχε πεῖ ξέρετε, μαθαίνω πολλὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευόμενούς μου- «Θέλω νὰ κατοικῶ καλύτερα στὸν ἑαυτό μου».

     

    🪶 Νὰ παραμένει η ψυχή ζωντανή. Ψυχὴ ζωντανὴ σημαίνει νὰ ἐργάζεται. Ὅσο μπορεῖ. Ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο καὶ στὸ πένθος… Νὰ ἀνοίγει δρόμους πρὸς τὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι παντοῦ. Καὶ τὴν εὐχαρίστηση. Νὰ ἀνοίγει δρόμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῆς ψυχῆς. Χαρὰ βέβαια δὲν ἐννοῶ μόνο τὰ ὑλικὰ πράγματα. Χαρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα βλέμμα, ἂς ποῦμε τὸ βλέμμα τῆς ἐγγονῆς στὴ γιαγιά της. Ἢ πολὺ λεπτὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο Χατζηδάκις έλεγε: «Άμα ξυπνήσεις μετὰ τὰ 50 καὶ δὲν πονᾶς πουθενά, μᾶλλον εἶσαι πεθαμένος»– καὶ τὴν ψυχή του, νὰ μπορεῖ νὰ γίνεται ἡ ματιά του γλυκιά, νὰ γλυκαίνουν ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις του, τὸ ἄγγιγμά του, νὰ ἔχουν φύγει λίγο ή βία καὶ ἡ ἐπιθετικότητα… Υπάρχουν τέτοιοι γέροι, ποὺ χαίρεσαι νὰ εἶσαι μαζί τους.

     

    🪶 Δεν μιλάω γιὰ τὴ βαριὰ κατάθλιψη, ἀλλὰ ἕνα χαρακτηριστικό τῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἐλπίδα, πίστη καὶ ὄνειρο, ὅπως εἴπαμε. Δὲν ὀνειροπολούν. Γιατί εἶναι τόσο σπουδαῖο νὰ ὀνειρευτοῦμε τὸ μέλλον, τὴ ζωή μας; Ἐπειδὴ αὐτό, αὐτὴ ἡ λειτουργία, εἶναι ἡ ἀτμομηχανὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Ἂν θέλω νὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ πάω ἐκεῖ, πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ὀνειροπολήσω. Ἂν δὲν ὀνειροπολήσω, θὰ κάθομαι ἐδῶ γιὰ πάντα. Ἡ ἐρώτηση εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ θεραπευτικά. Ἂν κανεὶς ἀρχίσει νὰ ὀνειροπολεῖ, ἀκόμα κι ἂν πιεστεῖ, ἀκόμη κι ἂν πιεῖ καὶ λίγο κρασί κι ὀνειρευτεῖ, προχωράει ἡ ψυχική διαδρομή, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ μειώνεται ἡ καταθλιπτικὴ σκιά. Δηλαδή, ὑπάρχουν οἰκογένειες ποὺ μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν ὅλοι μαζί. 

     

    🪶 Πνεῦμα, ξέρετε τὴν ἐτυμολογία του; Ἀπὸ τὸ πνέω. Εἶναι πνοὴ ἐντός. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Τί σημαίνει ψυχὴ ἐτυμολογικῶς; Λέμε ψυχικόν. Τί εἶναι τὸ ψυχικόν; Τὸ ψυχικὸ εἶναι ἡ πηγή που βγάζει νερό. Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε το Ψυχικό, τὸ προάστιο; Ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Αθηναία ἔκανε στην περιοχὴ αὐτὴ ἕνα πηγάδι γιὰ να πίνουν νεράκι οἱ ταξιδιῶτες. Μετὰ ἔκανε καὶ μοναστήρι ἐκεῖ. Καὶ ἔτσι πῆρε τὸ προάστιο τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξέρουμε. Ἂν ψάξουμε τὴν ἱστορία τῶν λέξεων, έχει μέσα θησαυρούς. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, τοὺς συνειρμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐτυμολογία της, εἶναι κάτι ποὺ σὲ δροσίζει, κάτι ποὺ κάνει τὴ ζωὴ πιὸ δροσερή… 

     

    🪶 Ὅταν φοβᾶμαι μὴ πεθάνει ἡ μαμά μου, στὸ βάθος φοβᾶμαι μὴν πεθάνουν τὰ κρατήματά μου, δηλαδὴ ἐγώ. Μήπως ἀφανιστῶ καὶ συντριβῶ ψυχικά – καὶ σωματικὰ πολλὲς φορές. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος όλων μας. Αὐτὸ σημαίνει «χάνω τὴ μαμά μου». Και τότε σβήνει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἡ ζωὴ σκοτεινιάζει. Ὅταν μπαίνουμε σε τέτοιες περιοχές, ἔξω μπορεῖ νὰ ἔχει λιακάδα, τὰ πράγματα ἀντικειμενικὰ νὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ ἐμεῖς νιώθουμε γεύση θανάτου.

     

    🪶 Ἂν δὲν εἴχαμε κανένα τραῦμα καὶ κανένα πόνο, θὰ εἴμαστε σὰν κομοδίνα, καλοὶ μέν, στιβαροί, ὅπως τὸ κομοδίνο, ποὺ κάθεται καὶ περιμένει τὸ αὔριο. Δεν κινεῖται, δὲν ἐργάζεται, δὲν κατασκευάζει ψυχικά, δὲν ἔχει ψυχικὸ ρυθμό, όπως λέμε. Ψυχικό ρυθμό ἔχει ὁτιδήποτε κινεῖται στὴν ἔλλειψη, στὸ τραῦμα. Ἡ βάση τῆς μάθησης εἶναι ὅτι κάποια στιγμὴ ἡ μάνα μας μᾶς «ἐγκατέλειψε». Πῆγε στο μπάνιο. Τότε φοβηθήκαμε ὅτι θὰ πεθάνουμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ πιπιλᾶμε το δάχτυλό μας, νὰ κοιτᾶμε τὸ φῶς, νὰ κάνουμε ὑπομονή, νὰ βρίσκουμε ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέω, σὰν ἐφόδια γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Ἄρα, εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω. (Μὴν πᾶμε στὴν μαζοχιστικὴ περιοχή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ σᾶς μιλήσω μετά.) Εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω ἢ ποὺ ἔχω ἐλλείμματα ἢ ποὺ ἔχω θέματα, γιατὶ ἔτσι μπορῶ νὰ μείνω ζωντανός, κινητοποιώντας το δυναμικό μου. Αὐτὸ ποὺ ζητάω στὸ βάθος, τὸ «πάρτε μου ὅλο τὸν πόνο», σημαίνει ἂς πεθάνω, ἃς μὴν ἐργάζομαι ψυχικά, ἂς μὴν κατασκευάζω, ἂς μὴ δημιουργῶ. Ἡ δημιουργικότητα, όμως, πάει πάντα μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα ἔλλειψης. Ρωτήστε τοὺς καλλιτέχνες, τους ποιητές, πῶς γεννᾶνε ἕνα ἔργο καὶ τί ὀδύνες, καὶ μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα, έχουν προηγηθεῖ. Σκεφτείτε τις μεγάλες στιγμές στη ζωή σας. Που λέτε «κατάφερα αὐτό, έκανα ἐκεῖνο», ὄχι μόνο στὰ ἐπιχειρηματικὰ ἢ στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ παντοῦ. Σκεφτεῖτε ἀκόμα καὶ τὰ μεγάλα σας ἐπιτεύγματα, κάνατε δύο παιδιά, κάνατε μιὰ ἐπιχείρηση. Ἂν σκεφτεῖτε με ειλικρίνεια, θὰ δεῖτε ὅτι σίγουρα έχει προηγηθεί θύελλα, πάντοτε. Ἀλλιῶς δὲ γίνεται. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἔθιξα λίγο, εἶναι βασικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ πάρει κανεὶς αὐτὸ τὸ ρυθμό, ποὺ ἐπεσήμανα στὴν ἀρχή.

     

    🪶 Ένας θεραπευόμενός μου κυνηγοῦσε κάποια κοπέλα ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Λέει, λοιπόν, «τὸ πρόβλημά μου δεν εἶναι μὴ μοῦ πεῖ ὄχι, τὸ πρόβλημά μου εἶναι τί θὰ κάνω ἄν μου πεῖ ναί». Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο παράδοξο. Εἶναι τὸ αἴνιγμα τοῦ κακοήθους μαζοχισμοῦ, γιατί βασανιζόμαστε. Διότι πολλὲς φορὲς γιὰ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουμε κάποια συμμετοχὴ καὶ ἐμεῖς. Προκαλοῦμε τὴν καταστροφή, την τιμωρία, τὴν ὀδύνη. 

     

    🪶 Ἡ ἀγάπη βρίσκεται στὸ ζεστό στρώμα ὅταν ἡ ὁμάδα ἢ τὸ ζευγάρι εἶναι μὲς στὸ μίσος ἢ στὴν ἀπόγνωση ἢ στὸ φόβο, ἀλλὰ παραμένουν μαζὶ καὶ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ καὶ ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τονίζω τὸ «ἀκούει ὁ ἔνας τὸν ἄλλον», ἀκούει ενεργητικά, όχι μένουν μαζί ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν εἶναι μόνοι. Οἱ λέξεις καὶ τὸ κλίμα ποὺ ὑπάρχουν σὲ μιὰ ὁμάδα ἢ σὲ μιὰ οἰκογένεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τρία πολὺ ἁπλὰ καὶ βασικὰ πράγματα: πῶς μιλᾶς, πῶς ἀκοῦς, πῶς κοιτᾶς. Πῶς μιλᾶς, δηλαδή ποιό εἶναι τὸ ἠχόχρωμα καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς σου.

     

    🪶 Κλείνοντας σᾶς διαβάζω ἕνα πολὺ μικρό ἀπόσπασμα ἑνὸς πολύ καλοῦ οἰκογενειακοῦ θεραπευτῆ ποὺ λέγεται Πίτμαν, κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικά. Λέει λοιπὸν στοὺς θεραπευόμενούς του, ὅταν τοὺς ἀποχαιρετᾶ μετὰ τὸ τέλος τῆς θεραπείας: «Συγχωρῆστε τις μητέρες σας, μπεῖτε σε ὁμάδες, βρεῖτε κάποια ἐργασία καὶ κάποια ψυχαγωγία, ἀποκτῆστε σύντροφο, διατηρεῖτε τὴ σχέση ἰσότιμη καὶ ἀναθρέψτε παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρεῖτε». 

    by SearchingTheMeaningOfLife

    Βαθμολογία:

    #Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading
  3. Searching The Meaning Of Life! (S.T.M.O.L) @searchingthemeaningoflife.wordpress.com@searchingthemeaningoflife.wordpress.com ·

    […]Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. […] |

    INTERNATIONAL FESTIVAL FOR CONTEMPORARY VISUAL MEDIA | Thessaloniki 2024

    Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μποροῦμε»

     

    🪶Γιατί γεμίζουμε ἀπὸ αἰσθήματα; Γιατί είμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ ἰσορροπίας καὶ τὸ χρειαζόμαστε, ἀλλιῶς ἀρρωσταίνουμε. Ὅταν μιλάει ἕνας θεραπευτής, ἔχει πάντα στὸν νοῦ του πώς μπορεῖ κάπως νὰ βοηθήσει, ἔστω καὶ μὲ μιὰ ὁμιλία, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς σχετικὰ ἰσορροπημένης ψυχικῆς λειτουργίας, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε αυτονόητο. Πολλές φορές «τρελαινόμαστε» – μιλάω γιὰ τὴν γνώριμη, καθημερινὴ τρέλα: αὐτὴ ποὺ βιώνει, λ.χ., ἡ μαμά ποὺ προσπαθεῖ νὰ προλάβει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἔχει ἄλλες δέκα δουλειὲς καὶ τσακώθηκε μὲ τὸν σύζυγό της… Απόγνωση! Χρειάζεται ἕνας τρόπος νὰ σκεφτόμαστε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ σημαίνει ἕνας τρόπος νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε ψυχικά. 

     

    🪶Νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἔξω κόσμο, κι ἂς κάνουν λάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μέταλλο, τὸ καλύτερο υλικό, που μπορεῖ μιὰ καλὴ οἰκογένεια νὰ δώσει στα παιδιά της, νὰ μπορέσουν τὰ παιδιὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ φτερά τους, νὰ πετάξουν, χωρὶς ἐνοχὴ καὶ χωρὶς φόβο. 

    🪶«Γιατί με γέννησες; Μὲ ρώτησες ἐμένα;». Τρομερό! «Καλά, παιδί μου, ἔπρεπε νὰ σοῦ πάρουμε τὴν ἄδεια νὰ σὲ γεννήσουμε;» Αὐτὸ δὲν ἔχει λογική, ἀλλὰ τοὺς χτυπάει ἀκριβῶς σὲ ἕνα τραῦμα δικό τους. Καὶ ξέρετε τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ἐπανάσταση, «γιατί με γέννησες; Δὲν μὲ ρώτησες. Καλύτερα θὰ πέρναγα». Ξέρετε, καὶ πολλοὶ ἐνήλικες το λέμε αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ζωὴ βαραίνει καὶ λιγοστεύει τὸ φῶς, καὶ κάνουμε συχνὰ πολύ σκληρές σκέψεις. Ὅταν πονᾶς πάρα πολύ, ὅταν σὲ ἔχει βρεῖ ἕνα μεγάλο κακό, λὲς «καλύτερα νὰ μὴ ζοῦσα. Καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ζῶ φταῖνε οἱ γονεῖς μου». Βεβαίως ἔρχεται ἡ ἄλλη σκέψη ποὺ λέει, «μὰ τὸ δῶρο τῆς ζωῆς εἶναι καὶ οἱ εὐκαιρίες ποὺ ἔχεις, δὲν εἶσαι μόνο χάλια, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πάλη βρίσκεται ὅλο τὸ νόημα…».

     

    🪶Εἶσαι καλά; Τί σε δυσκολεύει; Τί δὲν καταλαβαίνεις;». Νὰ ἀναρωτηθῶ γιὰ τὴ σχέση μου μὲ τὴ ζωή. Αὐτὸ λέγεται ἀναστοχασμὸς καὶ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐργάζεται καὶ παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἐργάζεται, ἐπεξεργάζεται τὰ δεδομένα της; Ὄχι, δὲν εἶναι. Πολλὲς φορὲς ἡ ψυχὴ πεθαίνει. Παγώνει, παραλύει καὶ ἀρρωσταίνει βαριά. 

     

    🪶«Μά», μοῦ λέει ὁ διπλανός, «μὴν εἶσαι ἀνόητος, εἶναι ἕνα ποτήρι νερό». Ο τρόμος μου, ὅμως, δὲν βλέπει ἁπλῶς ἕνα ποτήρι ἐδῶ. Πολλές φορὲς στὴ ζωὴ λειτουργοῦμε ἔτσι, παρανοϊκά, ὑπερβολικά. Χανόμαστε… Καὶ ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἔχει μιὰ μικρὴ εὐαισθησία, μᾶς χτυπᾶ κι ἀπὸ πάνω. Ὁ θεραπευτής το βλέπει ὅτι εἴμαστε μέσα στον τρόμο. Ἐκεῖ ἡ σκέψη σπάει, παραλύει, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἄρα λοιπὸν ἕνας εἶναι ὁ στόχος: νὰ παραμένει ἡ ψυχὴ ζωντανὴ καὶ νὰ ἐργάζεται, ἀντιμετωπίζοντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα μας ή γύρω μας. Αὐτὰ τὰ μαθαίνουμε πρώτη φορὰ μὲ τὴν οἰκογένεια.

     

    🪶Τρεῖς λοιπὸν εἶναι οἱ Μοῖρες: Ἄτροπος, Λάχεσις, Κλωθώ. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας; Ἄτροπος, Ἀστερητικό σὺν τρέπω, σημαίνει κάτι ποὺ δὲν ἀλλάζει, τὸ ἀμετάβλητο, ὁ βράχος. Νὰ πῶ κάτι ποὺ εἶναι ἀπαράλλακτο σὰ βράχος; Οἱ γονεῖς μου. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία αὐτὴ δὲν ἀλλάζουν, αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς μου. Καὶ τὰ παιδικά μου χρόνια ἐπίσης. Ἄτροπος. Γεννήθηκα ἐκεῖ, ἔβλεπα τὸ βουνὸ αὐτὸ ἀπέναντι, ἡ μάνα μου ἦταν αὐτή, οἱ γειτόνισσες ἦταν αὐτές, οἱ παιδικές μου δυσκολίες ἦταν αὐτές, δὲν ἀλλάζει αὐτό. Λάχεσις εἶναι ἡ δεύτερη Μοίρα, ποὺ λέει τί μοῦ ἔλαχε στὴ ζωή μου, τί ἔφεραν οἱ συγκυρίες. Π.χ., ἡ μαμά μου μὲ ἔδερνε, ἀλλὰ ἦταν καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, στὴν ὁποία πήγαινα καὶ μὲ χάιδευε. Ἡ κυρία αὐτὴ εἶναι Λάχεσις, ἦταν μιὰ ἐπανορθωτικὴ παρουσία. Η ἔχω κάποιες ἀναπηρίες ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιατί γεννήθηκα δύσκολα. Ταυτοχρόνως, ὅμως, μπῆκε στη ζωή μου ἕνας δάσκαλος ἢ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴ δυνατότητα και τὴν ὄρεξη καὶ γυμνάστηκα καὶ ἔκανα ἐκεῖνο, ἔκανα τὸ ἄλλο, καὶ κατάφερα νὰ χτίσω ἕνα σῶμα ἐπαρκές καὶ νὰ τὰ καταφέρω. Λάχεσις λοιπὸν εἶναι οἱ δυνατότητες ποὺ μοῦ τύχανε στὴ ζωή, τὰ τρένα ποὺ περάσανε, οἱ εὐκαιρίες. Κλωθώ (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ πιο σημαντικὴ Μοίρα, ἀπὸ τὸ κλώθω, ὑφαίνω) εἶναι τὸ πῶς ὑφαίνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ δυό. Τὸ σωματικό μου ἀνάστημα, ποὺ δὲν ἀλλάζει ὅσο καὶ ἂν μὲ τραβήξετε, καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχω, οἱ ἀντοχὲς ποὺ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω, οἱ εὐκαιρίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, γιὰ νὰ μὴ μείνω στο τραῦμα καὶ τὸ κόμπλεξ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κλωθώ. Ἐδῶ τίθεται πάλι ἕνα φιλοσοφικὸ ἐρώτημα ἔχει νὰ κάνει πάλι μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε ἀδικία. Γιατί κάποιοι ἄνθρωποι ὑφαίνουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Γιατί «ἀπὸ ρόδο βγαίνει ἀγκάθι καὶ ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ρόδο»; Τί θὰ πεῖ αὐτό; Λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴ θεωρία καὶ πολλὲς φορὲς τὰ βλέπουμε στο γραφείο μας. Ἔρχονται ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦς τὴν ἱστορία τους καὶ λὲς πὼς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στὸ ψυχιατρεῖο. Ἔ, δὲν εἶναι, λάμπει καὶ ἔχει καὶ μιὰ ὄρεξη για ζωὴ ποὺ ὁ θεραπευτής μέσα του ἀπορεῖ καὶ θαυμάζει!

     

    🪶 Οι μύθοι δεν εἶναι παραμύθια, εἶναι ἡ συλλογικὴ πείρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μπαίνει, ποὺ ὀργανώνεται σὲ μιὰν ἀφήγηση. Καὶ εἶναι ἡ προίκα μας, ὁ θησαυρός μας, εἶναι ἡ συλλογική μας ψυχή· δὲν πέσαμε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χωρὶς παρελθόν, ἐρχόμαστε ἀπὸ παλιότερες γενιές. Καὶ μιᾶς οἰκογένειας ἡ ἱστορία εἶναι διαγενεακή, καὶ εἶναι καλὸ νὰ τὴ γνωρίζουμε. Δὲν ἀνήκουμε μόνο στὸν ἑαυτό μας, δὲν εἴμαστε ἄτομα· ἀνήκουμε καὶ σὲ κοινότητες, σὲ κοινωνία μὲ παράδοση, ἔχουν ζήσει καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, κι αὐτὸ μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε στὴν ἐποχή μας.

     

    🪶 Καὶ ἀναρωτιέται, ἀκόμα καὶ ὁ Γιάλομ, «μα γιατί ἔχω κολλήσει;». Παρένθεση ἐδῶ, ἕνα παράδοξο ποὺ εἶναι κοινὸς τόπος, λίγο-πολύ γιὰ ὅλους μας: ὅσο πιὸ κακὴ εἶναι ἡ μάνα, τόσο πιὸ πολὺ κολλᾶμε μαζί της. Γιατί; μὲ ρωτᾶτε. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐρώτηση. Εἶναι σὰν κάτι γυναῖκες, κάτι κοπέλες κυρίως μικρὲς σὲ ἡλικία, ποὺ κολλᾶνε μὲ «κακά παιδιά». Τὶς δέρνουν, τὶς ἀπαξιώνουν, καὶ ὅταν τύχει νὰ βροῦν «ἕνα καλό παιδί» ποὺ λέμε, ποὺ ἔχει Lower, εἶναι καθαρός, εὐγενικός, ἀρέσει στη μαμά, ἔχει χρήματα, μυρίζει ὡραῖα, λένε, «Δὲν ξέρω γιατί, ἀλλὰ βαριέμαι. Πλήττω». Καὶ πρέπει νὰ πάει στὸ παλιόπαιδο, στὸν ἀλήτη, ἂς ποῦμε. Καὶ κολλάει μαζί του.

     

    🪶 Ἔμαθα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ νεκρή, καταθλιπτικὴ μάνα μου νὰ χαμογελάει καὶ ὅλη μου η ζωή ἦταν πῶς θὰ τὴ θεραπεύσω. Δὲν σᾶς τὸ διάβασα τυχαῖα. Σὲ πολλῶν ἀνθρώπων τις θεραπεῖες, κατὰ τὴ γνώμη μου στῶν περισσοτέρων, αὐτὸ εἶναι ἕνα μοτίβο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται. Ποτίζει ἡ πρώιμη ζωή κάποιον, καὶ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὅτι ἔχει ξοδέψει ὅλη του τὴ ζωὴ ψυχικὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς γονεῖς του. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει βρίσει καὶ ἔχει πάει στην Αυστραλία γιὰ νὰ γλιτώσει. Ακόμα και αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι δὲν θὰ τοὺς ξαναμιλήσει. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει θάψει πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν πάει οὔτε στὸ νεκροταφεῖο. Μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ καὶ τὰ μοτίβα ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ γάμος ποὺ κάνει, οἱ σχέσεις ποὺ κάνει, οἱ δουλειές, οἱ ἀστοχίες του, ἀπὸ κάτω κρύβουν ἕνα «πῶς θὰ θεραπεύσω τὴ μάνα μου, τὸν πατέρα μου». 

     

     

    🪶 Μιὰ οἰκογένεια καλὴ λοιπὸν εἶναι ἕνα matrix. Matrix στα Λατινικά σημαίνει μήτρα. Είναι ἕνας χώρος όπου αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς νὰ εἶμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, νὰ αἰσθανόμαστε ὅ,τι αἰσθανόμαστε χωρίς λογοκρισία, καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἐκφράζουμε τὰ βασικά μας συναισθήματα. Τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύο: ἐπιθετικότητα θυμὸς καὶ ἐρωτισμός – ἀγάπη. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βασικά συστατικὰ τοῦ ψυχισμοῦ μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύγκρουση.

     

    🪶 Ἄρα, ὅταν καθίσεις νὰ μιλήσεις καὶ κάποιοι σ’ ἀκούσουν καὶ σοῦ ποῦν κι ἐκεῖνοι τὸ ἀντίστοιχο δικό δικό τους «φοβάμαι μήπως…», τὸ πιὸ τρομερό πράγμα ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ ἕνα μαγικό τρόπο που δὲν εἶναι καθόλου μαγικός βέβαια- ἀδυνατίζει, γλυκαίνει καὶ σηκώνεσαι νὰ προχωρήσεις ξανά στη ζωή, μέχρι την επόμενη φορά ποὺ θὰ φοβηθεῖς. Ἄρα, μιὰ καλὴ οἰκογένεια, λειτουργική, ένα καλὸ σύστημα, ἐνθαρρύνει τα μέλη της νὰ μιλοῦν γιὰ ὅ,τι τους πονάει, τοὺς τρελαίνει καὶ τοὺς ἀποδιοργανώνει. Πολλοι πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες ἔχουν μεγάλη εὐθύνη πού, ὅταν βλέπουν τὸ παιδάκι λίγο ταραγμένο, τοῦ λένε «Ε, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσὺ νὰ εἶσαι θλιμμένος;». «Ἄσε με, ρε μάνα, εἶμαι λίγο…». «Μα γιατί; Τί ἔχεις; Πες στη μαμά σου τί ἔχεις». Καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ τὸ λέει, λέει τὸ παιδί, «Ἄχ, τώρα μπλέξαμε! Τί νὰ πῶ ποὺ αὐτὴ εἶναι τρομοκρατημένη;». Αὐτό, μια τέτοια ἀντίδραση ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ γονέα, μοῦ ἀπαγορεύει ἐμένα, τοῦ παιδιοῦ, νὰ φοβᾶμαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ τρελαίνομαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ αἰσθάνεται ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀπὸ τὸ πιὸ καλὸ μέχρι καὶ τὸ δυσκολότερο. Στὶς θεραπεῖες τῶν ἐνηλίκων ἢ στὶς θεραπευτικὲς ὁμάδες, ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ λένε: «Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπορῶ νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου. Στὸ σπίτι μου μιλᾶμε γι’ αὐτά». Νὰ θυμίσω ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, πὼς δὲν κατηγοροῦμε τοὺς γονεῖς. Δὲν μποροῦσαν, γιατί κι ἐκεῖνοι τρόμαζαν μὲ τοὺς δικούς τους ἑαυτούς. «Μήπως τρελάθηκε τὸ παιδί μου; Μήπως αὐτὰ ποὺ μοῦ λέει σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ψυχικὰ ὑγιές;».

     

    🪶 Πένθος εἶναι ἡ ὁριστικὴ αἴσθηση ὅτι δὲν εἶμαι παντοδύναμος. Ἔχουμε ὅλοι μιὰ παιδική φαντασίωση, μιὰ φαντασίωση παντοδυναμίας ποὺ εἶναι ἡ ἄμυνά μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶπα πρίν. Καὶ μᾶς προστατεύει γιατί; Γιατί, γιὰ νὰ εἴμαστε καλά, θέλουμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Δὲν εἶναι κακό. Ανθρώπινο εἶναι. Κι ἐγώ, ἂν ἔχω συνηθίσει αὐτὸ νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ πάρετε καὶ μοῦ τὸ πᾶτε ἐκεῖ, τρελαίνομαι. Αὐτὸ ποὺ εἶπα μόλις συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα.

     

    🪶 Τὰ ἔχεις πάει καλά, λοιπόν, ἔχεις εὐχαριστηθεῖ, ἔχεις χαρεῖ καὶ λές, «τώρα δεν πᾶμε καὶ γιὰ ὕπνο νὰ ξεκουραστοῦμε;». Ἂν δὲν τὰ ἔχεις κάνει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχεις περάσει καλά, κάθεσαι καὶ κάθεσαι, μὲ τὶς ὧρες, τοὺς ἔχετε δεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κάθονται μέχρι τις 6 το πρωί, 7, δὲ λένε νὰ φύγουν, διότι περιμένουν νὰ τοὺς συμβεῖ τὸ καλὸ τὸ ὁποῖο δὲ συμβαίνει. Σὰν τὸ «Περιμένοντας τον Γκοντό» τοῦ Μπέκετ, κάθονται καὶ περιμένουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔρχεται. Καὶ δὲν μποροῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κιόλας. Δηλαδὴ πεθαίνουν καλύτερα, ὀρθότερα, ἂν μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν περάσει τις διεργασίες τοῦ πενθεῖν στὴ ζωή τους. Καὶ τὸ πενθεῖν ἔχει νὰ κάνει καὶ μὲ τὸν τρόπο που μπορεῖς νὰ ἀφηγηθεῖς κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, τὸν ἑαυτό σου, τὴν ἱστορία σου. 

     

    🪶 Κατάθλιψη εἶναι ὅταν δὲ βλέπω ἕνα μέλλον, ὅταν κολλάω μπροστά σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, ὅταν δὲν τὸν κλείνω, δὲν μπορῶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐργασία τοῦ πένθους καὶ νὰ βάλω μιὰ ταφόπλακα ποὺ νὰ ἔχει χαραγμένο επάνω τὸ τάδε ὄνομα. Ὅταν δὲν ἀποδέχομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ προχωρήσω. Κατάθλιψη εἶναι νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω ὅτι ἔχω κάποια ἐλαττώματα, ἔχω μια μεγαλύτερη ἢ μικρότερη ψυχικὴ ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, νὰ δῶ τί μπορῶ νὰ κάνω γι’ αὐτήν, νὰ προχωρήσω μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω. Νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ διαρκῶς νὰ τοῦ ἐπιτίθεμαι:

    «Πῶς εἶσαι ἔτσι;…». Ὅλοι τὸ κάνουμε αυτό, σαφῶς, πολλὲς φορές, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει μαζοχιστικὴ ἐμμονή.

     

    🪶 Εἶναι καλὸ νὰ πηγαίνουμε πρὸς αὐτοὺς τοὺς ψυχισμοὺς καὶ τὸν ἴσκιο τους, νὰ τοὺς κάνουμε φίλους, νὰ κάνουμε παρέα. Γιατί όχι; Μᾶς θεραπεύουν. Πιστεύω πολὺ στὶς θεραπευτικές δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι κατ’ ἐπάγγελμα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Περιπτεράδες τῆς γωνίας, ἂς ποῦμε. Ὁ τρόπος ποὺ μιλάει, ποὺ κινεῖται, ἡ εὐγένειά του, εἶναι θεραπευτικά πράγματα. Ὅσο γιὰ τὸ πρῶτο, μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι μὲ τοὺς παιδικούς φόβους κάνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα πρῶτα ἀσχολούμαστε λίγο νὰ τοὺς καταλάβουμε. Τὸ δεύτερο, κάνουμε θεραπεία, τὸ τρίτο κάνουμε ἴσως μια καλή σχέση ποὺ μποροῦμε ἐκεῖ νὰ τὰ δουλεύουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε. Μια καλή σχέση εἶναι πάντα ἕνα ἐργαστήριο. Καὶ το τέταρτο, ψάχνουμε νὰ βροῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε αὐτά, μὲ φίλους, μὲ παρέες ποὺ καταλαβαίνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο κόντε Διονύσιος Σολωμός. Μόλις ἄκουγε, λοιπόν, καμιὰ καλὴ λέξη ἀπὸ τὸν βαρκάρη, λαϊκή λέξη, τὸν πλήρωνε. Φανταστείτε τώρα… Πήγαινε στο λιμάνι καὶ ἀγόραζε λέξεις! Οἱ λέξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς κάτι ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ γράφει τα ποιήματά του. Οἱ λέξεις εἶναι ψυχικὰ ἀνοίγματα! Τώρα ἄκουσα ἐγὼ τὴ λέξη που εἴπατε, «ἀνημπορεύσω». Νὰ μὴν μπορῶ, δηλαδή. Αριστούργημα! Θὰ τὴν καταγράψω καὶ θὰ σᾶς πληρώσω! Εξαιρετική λέξη.

     

    🪶 Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. 

     

    🪶 «Θέλω ὅσο γερνάω να γίνομαι καλύτερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό». Κάποιος μοῦ εἶχε πεῖ ξέρετε, μαθαίνω πολλὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευόμενούς μου- «Θέλω νὰ κατοικῶ καλύτερα στὸν ἑαυτό μου».

     

    🪶 Νὰ παραμένει η ψυχή ζωντανή. Ψυχὴ ζωντανὴ σημαίνει νὰ ἐργάζεται. Ὅσο μπορεῖ. Ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο καὶ στὸ πένθος… Νὰ ἀνοίγει δρόμους πρὸς τὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι παντοῦ. Καὶ τὴν εὐχαρίστηση. Νὰ ἀνοίγει δρόμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῆς ψυχῆς. Χαρὰ βέβαια δὲν ἐννοῶ μόνο τὰ ὑλικὰ πράγματα. Χαρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα βλέμμα, ἂς ποῦμε τὸ βλέμμα τῆς ἐγγονῆς στὴ γιαγιά της. Ἢ πολὺ λεπτὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο Χατζηδάκις έλεγε: «Άμα ξυπνήσεις μετὰ τὰ 50 καὶ δὲν πονᾶς πουθενά, μᾶλλον εἶσαι πεθαμένος»– καὶ τὴν ψυχή του, νὰ μπορεῖ νὰ γίνεται ἡ ματιά του γλυκιά, νὰ γλυκαίνουν ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις του, τὸ ἄγγιγμά του, νὰ ἔχουν φύγει λίγο ή βία καὶ ἡ ἐπιθετικότητα… Υπάρχουν τέτοιοι γέροι, ποὺ χαίρεσαι νὰ εἶσαι μαζί τους.

     

    🪶 Δεν μιλάω γιὰ τὴ βαριὰ κατάθλιψη, ἀλλὰ ἕνα χαρακτηριστικό τῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἐλπίδα, πίστη καὶ ὄνειρο, ὅπως εἴπαμε. Δὲν ὀνειροπολούν. Γιατί εἶναι τόσο σπουδαῖο νὰ ὀνειρευτοῦμε τὸ μέλλον, τὴ ζωή μας; Ἐπειδὴ αὐτό, αὐτὴ ἡ λειτουργία, εἶναι ἡ ἀτμομηχανὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Ἂν θέλω νὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ πάω ἐκεῖ, πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ὀνειροπολήσω. Ἂν δὲν ὀνειροπολήσω, θὰ κάθομαι ἐδῶ γιὰ πάντα. Ἡ ἐρώτηση εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ θεραπευτικά. Ἂν κανεὶς ἀρχίσει νὰ ὀνειροπολεῖ, ἀκόμα κι ἂν πιεστεῖ, ἀκόμη κι ἂν πιεῖ καὶ λίγο κρασί κι ὀνειρευτεῖ, προχωράει ἡ ψυχική διαδρομή, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ μειώνεται ἡ καταθλιπτικὴ σκιά. Δηλαδή, ὑπάρχουν οἰκογένειες ποὺ μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν ὅλοι μαζί. 

     

    🪶 Πνεῦμα, ξέρετε τὴν ἐτυμολογία του; Ἀπὸ τὸ πνέω. Εἶναι πνοὴ ἐντός. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Τί σημαίνει ψυχὴ ἐτυμολογικῶς; Λέμε ψυχικόν. Τί εἶναι τὸ ψυχικόν; Τὸ ψυχικὸ εἶναι ἡ πηγή που βγάζει νερό. Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε το Ψυχικό, τὸ προάστιο; Ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Αθηναία ἔκανε στην περιοχὴ αὐτὴ ἕνα πηγάδι γιὰ να πίνουν νεράκι οἱ ταξιδιῶτες. Μετὰ ἔκανε καὶ μοναστήρι ἐκεῖ. Καὶ ἔτσι πῆρε τὸ προάστιο τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξέρουμε. Ἂν ψάξουμε τὴν ἱστορία τῶν λέξεων, έχει μέσα θησαυρούς. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, τοὺς συνειρμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐτυμολογία της, εἶναι κάτι ποὺ σὲ δροσίζει, κάτι ποὺ κάνει τὴ ζωὴ πιὸ δροσερή… 

     

    🪶 Ὅταν φοβᾶμαι μὴ πεθάνει ἡ μαμά μου, στὸ βάθος φοβᾶμαι μὴν πεθάνουν τὰ κρατήματά μου, δηλαδὴ ἐγώ. Μήπως ἀφανιστῶ καὶ συντριβῶ ψυχικά – καὶ σωματικὰ πολλὲς φορές. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος όλων μας. Αὐτὸ σημαίνει «χάνω τὴ μαμά μου». Και τότε σβήνει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἡ ζωὴ σκοτεινιάζει. Ὅταν μπαίνουμε σε τέτοιες περιοχές, ἔξω μπορεῖ νὰ ἔχει λιακάδα, τὰ πράγματα ἀντικειμενικὰ νὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ ἐμεῖς νιώθουμε γεύση θανάτου.

     

    🪶 Ἂν δὲν εἴχαμε κανένα τραῦμα καὶ κανένα πόνο, θὰ εἴμαστε σὰν κομοδίνα, καλοὶ μέν, στιβαροί, ὅπως τὸ κομοδίνο, ποὺ κάθεται καὶ περιμένει τὸ αὔριο. Δεν κινεῖται, δὲν ἐργάζεται, δὲν κατασκευάζει ψυχικά, δὲν ἔχει ψυχικὸ ρυθμό, όπως λέμε. Ψυχικό ρυθμό ἔχει ὁτιδήποτε κινεῖται στὴν ἔλλειψη, στὸ τραῦμα. Ἡ βάση τῆς μάθησης εἶναι ὅτι κάποια στιγμὴ ἡ μάνα μας μᾶς «ἐγκατέλειψε». Πῆγε στο μπάνιο. Τότε φοβηθήκαμε ὅτι θὰ πεθάνουμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ πιπιλᾶμε το δάχτυλό μας, νὰ κοιτᾶμε τὸ φῶς, νὰ κάνουμε ὑπομονή, νὰ βρίσκουμε ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέω, σὰν ἐφόδια γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Ἄρα, εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω. (Μὴν πᾶμε στὴν μαζοχιστικὴ περιοχή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ σᾶς μιλήσω μετά.) Εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω ἢ ποὺ ἔχω ἐλλείμματα ἢ ποὺ ἔχω θέματα, γιατὶ ἔτσι μπορῶ νὰ μείνω ζωντανός, κινητοποιώντας το δυναμικό μου. Αὐτὸ ποὺ ζητάω στὸ βάθος, τὸ «πάρτε μου ὅλο τὸν πόνο», σημαίνει ἂς πεθάνω, ἃς μὴν ἐργάζομαι ψυχικά, ἂς μὴν κατασκευάζω, ἂς μὴ δημιουργῶ. Ἡ δημιουργικότητα, όμως, πάει πάντα μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα ἔλλειψης. Ρωτήστε τοὺς καλλιτέχνες, τους ποιητές, πῶς γεννᾶνε ἕνα ἔργο καὶ τί ὀδύνες, καὶ μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα, έχουν προηγηθεῖ. Σκεφτείτε τις μεγάλες στιγμές στη ζωή σας. Που λέτε «κατάφερα αὐτό, έκανα ἐκεῖνο», ὄχι μόνο στὰ ἐπιχειρηματικὰ ἢ στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ παντοῦ. Σκεφτεῖτε ἀκόμα καὶ τὰ μεγάλα σας ἐπιτεύγματα, κάνατε δύο παιδιά, κάνατε μιὰ ἐπιχείρηση. Ἂν σκεφτεῖτε με ειλικρίνεια, θὰ δεῖτε ὅτι σίγουρα έχει προηγηθεί θύελλα, πάντοτε. Ἀλλιῶς δὲ γίνεται. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἔθιξα λίγο, εἶναι βασικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ πάρει κανεὶς αὐτὸ τὸ ρυθμό, ποὺ ἐπεσήμανα στὴν ἀρχή.

     

    🪶 Ένας θεραπευόμενός μου κυνηγοῦσε κάποια κοπέλα ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Λέει, λοιπόν, «τὸ πρόβλημά μου δεν εἶναι μὴ μοῦ πεῖ ὄχι, τὸ πρόβλημά μου εἶναι τί θὰ κάνω ἄν μου πεῖ ναί». Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο παράδοξο. Εἶναι τὸ αἴνιγμα τοῦ κακοήθους μαζοχισμοῦ, γιατί βασανιζόμαστε. Διότι πολλὲς φορὲς γιὰ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουμε κάποια συμμετοχὴ καὶ ἐμεῖς. Προκαλοῦμε τὴν καταστροφή, την τιμωρία, τὴν ὀδύνη. 

     

    🪶 Ἡ ἀγάπη βρίσκεται στὸ ζεστό στρώμα ὅταν ἡ ὁμάδα ἢ τὸ ζευγάρι εἶναι μὲς στὸ μίσος ἢ στὴν ἀπόγνωση ἢ στὸ φόβο, ἀλλὰ παραμένουν μαζὶ καὶ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ καὶ ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τονίζω τὸ «ἀκούει ὁ ἔνας τὸν ἄλλον», ἀκούει ενεργητικά, όχι μένουν μαζί ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν εἶναι μόνοι. Οἱ λέξεις καὶ τὸ κλίμα ποὺ ὑπάρχουν σὲ μιὰ ὁμάδα ἢ σὲ μιὰ οἰκογένεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τρία πολὺ ἁπλὰ καὶ βασικὰ πράγματα: πῶς μιλᾶς, πῶς ἀκοῦς, πῶς κοιτᾶς. Πῶς μιλᾶς, δηλαδή ποιό εἶναι τὸ ἠχόχρωμα καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς σου.

     

    🪶 Κλείνοντας σᾶς διαβάζω ἕνα πολὺ μικρό ἀπόσπασμα ἑνὸς πολύ καλοῦ οἰκογενειακοῦ θεραπευτῆ ποὺ λέγεται Πίτμαν, κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικά. Λέει λοιπὸν στοὺς θεραπευόμενούς του, ὅταν τοὺς ἀποχαιρετᾶ μετὰ τὸ τέλος τῆς θεραπείας: «Συγχωρῆστε τις μητέρες σας, μπεῖτε σε ὁμάδες, βρεῖτε κάποια ἐργασία καὶ κάποια ψυχαγωγία, ἀποκτῆστε σύντροφο, διατηρεῖτε τὴ σχέση ἰσότιμη καὶ ἀναθρέψτε παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρεῖτε». 

    by SearchingTheMeaningOfLife

    Βαθμολογία:

    #Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading
  4. Searching The Meaning Of Life! (S.T.M.O.L) @searchingthemeaningoflife.wordpress.com@searchingthemeaningoflife.wordpress.com ·

    […]Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. […] |

    INTERNATIONAL FESTIVAL FOR CONTEMPORARY VISUAL MEDIA | Thessaloniki 2024

    Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μποροῦμε»

     

    🪶Γιατί γεμίζουμε ἀπὸ αἰσθήματα; Γιατί είμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ ἰσορροπίας καὶ τὸ χρειαζόμαστε, ἀλλιῶς ἀρρωσταίνουμε. Ὅταν μιλάει ἕνας θεραπευτής, ἔχει πάντα στὸν νοῦ του πώς μπορεῖ κάπως νὰ βοηθήσει, ἔστω καὶ μὲ μιὰ ὁμιλία, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς σχετικὰ ἰσορροπημένης ψυχικῆς λειτουργίας, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε αυτονόητο. Πολλές φορές «τρελαινόμαστε» – μιλάω γιὰ τὴν γνώριμη, καθημερινὴ τρέλα: αὐτὴ ποὺ βιώνει, λ.χ., ἡ μαμά ποὺ προσπαθεῖ νὰ προλάβει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἔχει ἄλλες δέκα δουλειὲς καὶ τσακώθηκε μὲ τὸν σύζυγό της… Απόγνωση! Χρειάζεται ἕνας τρόπος νὰ σκεφτόμαστε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ σημαίνει ἕνας τρόπος νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε ψυχικά. 

     

    🪶Νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἔξω κόσμο, κι ἂς κάνουν λάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μέταλλο, τὸ καλύτερο υλικό, που μπορεῖ μιὰ καλὴ οἰκογένεια νὰ δώσει στα παιδιά της, νὰ μπορέσουν τὰ παιδιὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ φτερά τους, νὰ πετάξουν, χωρὶς ἐνοχὴ καὶ χωρὶς φόβο. 

    🪶«Γιατί με γέννησες; Μὲ ρώτησες ἐμένα;». Τρομερό! «Καλά, παιδί μου, ἔπρεπε νὰ σοῦ πάρουμε τὴν ἄδεια νὰ σὲ γεννήσουμε;» Αὐτὸ δὲν ἔχει λογική, ἀλλὰ τοὺς χτυπάει ἀκριβῶς σὲ ἕνα τραῦμα δικό τους. Καὶ ξέρετε τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ἐπανάσταση, «γιατί με γέννησες; Δὲν μὲ ρώτησες. Καλύτερα θὰ πέρναγα». Ξέρετε, καὶ πολλοὶ ἐνήλικες το λέμε αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ζωὴ βαραίνει καὶ λιγοστεύει τὸ φῶς, καὶ κάνουμε συχνὰ πολύ σκληρές σκέψεις. Ὅταν πονᾶς πάρα πολύ, ὅταν σὲ ἔχει βρεῖ ἕνα μεγάλο κακό, λὲς «καλύτερα νὰ μὴ ζοῦσα. Καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ζῶ φταῖνε οἱ γονεῖς μου». Βεβαίως ἔρχεται ἡ ἄλλη σκέψη ποὺ λέει, «μὰ τὸ δῶρο τῆς ζωῆς εἶναι καὶ οἱ εὐκαιρίες ποὺ ἔχεις, δὲν εἶσαι μόνο χάλια, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πάλη βρίσκεται ὅλο τὸ νόημα…».

     

    🪶Εἶσαι καλά; Τί σε δυσκολεύει; Τί δὲν καταλαβαίνεις;». Νὰ ἀναρωτηθῶ γιὰ τὴ σχέση μου μὲ τὴ ζωή. Αὐτὸ λέγεται ἀναστοχασμὸς καὶ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐργάζεται καὶ παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἐργάζεται, ἐπεξεργάζεται τὰ δεδομένα της; Ὄχι, δὲν εἶναι. Πολλὲς φορὲς ἡ ψυχὴ πεθαίνει. Παγώνει, παραλύει καὶ ἀρρωσταίνει βαριά. 

     

    🪶«Μά», μοῦ λέει ὁ διπλανός, «μὴν εἶσαι ἀνόητος, εἶναι ἕνα ποτήρι νερό». Ο τρόμος μου, ὅμως, δὲν βλέπει ἁπλῶς ἕνα ποτήρι ἐδῶ. Πολλές φορὲς στὴ ζωὴ λειτουργοῦμε ἔτσι, παρανοϊκά, ὑπερβολικά. Χανόμαστε… Καὶ ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἔχει μιὰ μικρὴ εὐαισθησία, μᾶς χτυπᾶ κι ἀπὸ πάνω. Ὁ θεραπευτής το βλέπει ὅτι εἴμαστε μέσα στον τρόμο. Ἐκεῖ ἡ σκέψη σπάει, παραλύει, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἄρα λοιπὸν ἕνας εἶναι ὁ στόχος: νὰ παραμένει ἡ ψυχὴ ζωντανὴ καὶ νὰ ἐργάζεται, ἀντιμετωπίζοντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα μας ή γύρω μας. Αὐτὰ τὰ μαθαίνουμε πρώτη φορὰ μὲ τὴν οἰκογένεια.

     

    🪶Τρεῖς λοιπὸν εἶναι οἱ Μοῖρες: Ἄτροπος, Λάχεσις, Κλωθώ. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας; Ἄτροπος, Ἀστερητικό σὺν τρέπω, σημαίνει κάτι ποὺ δὲν ἀλλάζει, τὸ ἀμετάβλητο, ὁ βράχος. Νὰ πῶ κάτι ποὺ εἶναι ἀπαράλλακτο σὰ βράχος; Οἱ γονεῖς μου. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία αὐτὴ δὲν ἀλλάζουν, αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς μου. Καὶ τὰ παιδικά μου χρόνια ἐπίσης. Ἄτροπος. Γεννήθηκα ἐκεῖ, ἔβλεπα τὸ βουνὸ αὐτὸ ἀπέναντι, ἡ μάνα μου ἦταν αὐτή, οἱ γειτόνισσες ἦταν αὐτές, οἱ παιδικές μου δυσκολίες ἦταν αὐτές, δὲν ἀλλάζει αὐτό. Λάχεσις εἶναι ἡ δεύτερη Μοίρα, ποὺ λέει τί μοῦ ἔλαχε στὴ ζωή μου, τί ἔφεραν οἱ συγκυρίες. Π.χ., ἡ μαμά μου μὲ ἔδερνε, ἀλλὰ ἦταν καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, στὴν ὁποία πήγαινα καὶ μὲ χάιδευε. Ἡ κυρία αὐτὴ εἶναι Λάχεσις, ἦταν μιὰ ἐπανορθωτικὴ παρουσία. Η ἔχω κάποιες ἀναπηρίες ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιατί γεννήθηκα δύσκολα. Ταυτοχρόνως, ὅμως, μπῆκε στη ζωή μου ἕνας δάσκαλος ἢ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴ δυνατότητα και τὴν ὄρεξη καὶ γυμνάστηκα καὶ ἔκανα ἐκεῖνο, ἔκανα τὸ ἄλλο, καὶ κατάφερα νὰ χτίσω ἕνα σῶμα ἐπαρκές καὶ νὰ τὰ καταφέρω. Λάχεσις λοιπὸν εἶναι οἱ δυνατότητες ποὺ μοῦ τύχανε στὴ ζωή, τὰ τρένα ποὺ περάσανε, οἱ εὐκαιρίες. Κλωθώ (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ πιο σημαντικὴ Μοίρα, ἀπὸ τὸ κλώθω, ὑφαίνω) εἶναι τὸ πῶς ὑφαίνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ δυό. Τὸ σωματικό μου ἀνάστημα, ποὺ δὲν ἀλλάζει ὅσο καὶ ἂν μὲ τραβήξετε, καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχω, οἱ ἀντοχὲς ποὺ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω, οἱ εὐκαιρίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, γιὰ νὰ μὴ μείνω στο τραῦμα καὶ τὸ κόμπλεξ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κλωθώ. Ἐδῶ τίθεται πάλι ἕνα φιλοσοφικὸ ἐρώτημα ἔχει νὰ κάνει πάλι μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε ἀδικία. Γιατί κάποιοι ἄνθρωποι ὑφαίνουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Γιατί «ἀπὸ ρόδο βγαίνει ἀγκάθι καὶ ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ρόδο»; Τί θὰ πεῖ αὐτό; Λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴ θεωρία καὶ πολλὲς φορὲς τὰ βλέπουμε στο γραφείο μας. Ἔρχονται ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦς τὴν ἱστορία τους καὶ λὲς πὼς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στὸ ψυχιατρεῖο. Ἔ, δὲν εἶναι, λάμπει καὶ ἔχει καὶ μιὰ ὄρεξη για ζωὴ ποὺ ὁ θεραπευτής μέσα του ἀπορεῖ καὶ θαυμάζει!

     

    🪶 Οι μύθοι δεν εἶναι παραμύθια, εἶναι ἡ συλλογικὴ πείρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μπαίνει, ποὺ ὀργανώνεται σὲ μιὰν ἀφήγηση. Καὶ εἶναι ἡ προίκα μας, ὁ θησαυρός μας, εἶναι ἡ συλλογική μας ψυχή· δὲν πέσαμε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χωρὶς παρελθόν, ἐρχόμαστε ἀπὸ παλιότερες γενιές. Καὶ μιᾶς οἰκογένειας ἡ ἱστορία εἶναι διαγενεακή, καὶ εἶναι καλὸ νὰ τὴ γνωρίζουμε. Δὲν ἀνήκουμε μόνο στὸν ἑαυτό μας, δὲν εἴμαστε ἄτομα· ἀνήκουμε καὶ σὲ κοινότητες, σὲ κοινωνία μὲ παράδοση, ἔχουν ζήσει καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, κι αὐτὸ μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε στὴν ἐποχή μας.

     

    🪶 Καὶ ἀναρωτιέται, ἀκόμα καὶ ὁ Γιάλομ, «μα γιατί ἔχω κολλήσει;». Παρένθεση ἐδῶ, ἕνα παράδοξο ποὺ εἶναι κοινὸς τόπος, λίγο-πολύ γιὰ ὅλους μας: ὅσο πιὸ κακὴ εἶναι ἡ μάνα, τόσο πιὸ πολὺ κολλᾶμε μαζί της. Γιατί; μὲ ρωτᾶτε. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐρώτηση. Εἶναι σὰν κάτι γυναῖκες, κάτι κοπέλες κυρίως μικρὲς σὲ ἡλικία, ποὺ κολλᾶνε μὲ «κακά παιδιά». Τὶς δέρνουν, τὶς ἀπαξιώνουν, καὶ ὅταν τύχει νὰ βροῦν «ἕνα καλό παιδί» ποὺ λέμε, ποὺ ἔχει Lower, εἶναι καθαρός, εὐγενικός, ἀρέσει στη μαμά, ἔχει χρήματα, μυρίζει ὡραῖα, λένε, «Δὲν ξέρω γιατί, ἀλλὰ βαριέμαι. Πλήττω». Καὶ πρέπει νὰ πάει στὸ παλιόπαιδο, στὸν ἀλήτη, ἂς ποῦμε. Καὶ κολλάει μαζί του.

     

    🪶 Ἔμαθα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ νεκρή, καταθλιπτικὴ μάνα μου νὰ χαμογελάει καὶ ὅλη μου η ζωή ἦταν πῶς θὰ τὴ θεραπεύσω. Δὲν σᾶς τὸ διάβασα τυχαῖα. Σὲ πολλῶν ἀνθρώπων τις θεραπεῖες, κατὰ τὴ γνώμη μου στῶν περισσοτέρων, αὐτὸ εἶναι ἕνα μοτίβο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται. Ποτίζει ἡ πρώιμη ζωή κάποιον, καὶ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὅτι ἔχει ξοδέψει ὅλη του τὴ ζωὴ ψυχικὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς γονεῖς του. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει βρίσει καὶ ἔχει πάει στην Αυστραλία γιὰ νὰ γλιτώσει. Ακόμα και αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι δὲν θὰ τοὺς ξαναμιλήσει. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει θάψει πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν πάει οὔτε στὸ νεκροταφεῖο. Μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ καὶ τὰ μοτίβα ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ γάμος ποὺ κάνει, οἱ σχέσεις ποὺ κάνει, οἱ δουλειές, οἱ ἀστοχίες του, ἀπὸ κάτω κρύβουν ἕνα «πῶς θὰ θεραπεύσω τὴ μάνα μου, τὸν πατέρα μου». 

     

     

    🪶 Μιὰ οἰκογένεια καλὴ λοιπὸν εἶναι ἕνα matrix. Matrix στα Λατινικά σημαίνει μήτρα. Είναι ἕνας χώρος όπου αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς νὰ εἶμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, νὰ αἰσθανόμαστε ὅ,τι αἰσθανόμαστε χωρίς λογοκρισία, καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἐκφράζουμε τὰ βασικά μας συναισθήματα. Τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύο: ἐπιθετικότητα θυμὸς καὶ ἐρωτισμός – ἀγάπη. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βασικά συστατικὰ τοῦ ψυχισμοῦ μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύγκρουση.

     

    🪶 Ἄρα, ὅταν καθίσεις νὰ μιλήσεις καὶ κάποιοι σ’ ἀκούσουν καὶ σοῦ ποῦν κι ἐκεῖνοι τὸ ἀντίστοιχο δικό δικό τους «φοβάμαι μήπως…», τὸ πιὸ τρομερό πράγμα ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ ἕνα μαγικό τρόπο που δὲν εἶναι καθόλου μαγικός βέβαια- ἀδυνατίζει, γλυκαίνει καὶ σηκώνεσαι νὰ προχωρήσεις ξανά στη ζωή, μέχρι την επόμενη φορά ποὺ θὰ φοβηθεῖς. Ἄρα, μιὰ καλὴ οἰκογένεια, λειτουργική, ένα καλὸ σύστημα, ἐνθαρρύνει τα μέλη της νὰ μιλοῦν γιὰ ὅ,τι τους πονάει, τοὺς τρελαίνει καὶ τοὺς ἀποδιοργανώνει. Πολλοι πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες ἔχουν μεγάλη εὐθύνη πού, ὅταν βλέπουν τὸ παιδάκι λίγο ταραγμένο, τοῦ λένε «Ε, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσὺ νὰ εἶσαι θλιμμένος;». «Ἄσε με, ρε μάνα, εἶμαι λίγο…». «Μα γιατί; Τί ἔχεις; Πες στη μαμά σου τί ἔχεις». Καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ τὸ λέει, λέει τὸ παιδί, «Ἄχ, τώρα μπλέξαμε! Τί νὰ πῶ ποὺ αὐτὴ εἶναι τρομοκρατημένη;». Αὐτό, μια τέτοια ἀντίδραση ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ γονέα, μοῦ ἀπαγορεύει ἐμένα, τοῦ παιδιοῦ, νὰ φοβᾶμαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ τρελαίνομαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ αἰσθάνεται ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀπὸ τὸ πιὸ καλὸ μέχρι καὶ τὸ δυσκολότερο. Στὶς θεραπεῖες τῶν ἐνηλίκων ἢ στὶς θεραπευτικὲς ὁμάδες, ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ λένε: «Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπορῶ νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου. Στὸ σπίτι μου μιλᾶμε γι’ αὐτά». Νὰ θυμίσω ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, πὼς δὲν κατηγοροῦμε τοὺς γονεῖς. Δὲν μποροῦσαν, γιατί κι ἐκεῖνοι τρόμαζαν μὲ τοὺς δικούς τους ἑαυτούς. «Μήπως τρελάθηκε τὸ παιδί μου; Μήπως αὐτὰ ποὺ μοῦ λέει σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ψυχικὰ ὑγιές;».

     

    🪶 Πένθος εἶναι ἡ ὁριστικὴ αἴσθηση ὅτι δὲν εἶμαι παντοδύναμος. Ἔχουμε ὅλοι μιὰ παιδική φαντασίωση, μιὰ φαντασίωση παντοδυναμίας ποὺ εἶναι ἡ ἄμυνά μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶπα πρίν. Καὶ μᾶς προστατεύει γιατί; Γιατί, γιὰ νὰ εἴμαστε καλά, θέλουμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Δὲν εἶναι κακό. Ανθρώπινο εἶναι. Κι ἐγώ, ἂν ἔχω συνηθίσει αὐτὸ νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ πάρετε καὶ μοῦ τὸ πᾶτε ἐκεῖ, τρελαίνομαι. Αὐτὸ ποὺ εἶπα μόλις συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα.

     

    🪶 Τὰ ἔχεις πάει καλά, λοιπόν, ἔχεις εὐχαριστηθεῖ, ἔχεις χαρεῖ καὶ λές, «τώρα δεν πᾶμε καὶ γιὰ ὕπνο νὰ ξεκουραστοῦμε;». Ἂν δὲν τὰ ἔχεις κάνει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχεις περάσει καλά, κάθεσαι καὶ κάθεσαι, μὲ τὶς ὧρες, τοὺς ἔχετε δεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κάθονται μέχρι τις 6 το πρωί, 7, δὲ λένε νὰ φύγουν, διότι περιμένουν νὰ τοὺς συμβεῖ τὸ καλὸ τὸ ὁποῖο δὲ συμβαίνει. Σὰν τὸ «Περιμένοντας τον Γκοντό» τοῦ Μπέκετ, κάθονται καὶ περιμένουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔρχεται. Καὶ δὲν μποροῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κιόλας. Δηλαδὴ πεθαίνουν καλύτερα, ὀρθότερα, ἂν μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν περάσει τις διεργασίες τοῦ πενθεῖν στὴ ζωή τους. Καὶ τὸ πενθεῖν ἔχει νὰ κάνει καὶ μὲ τὸν τρόπο που μπορεῖς νὰ ἀφηγηθεῖς κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, τὸν ἑαυτό σου, τὴν ἱστορία σου. 

     

    🪶 Κατάθλιψη εἶναι ὅταν δὲ βλέπω ἕνα μέλλον, ὅταν κολλάω μπροστά σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, ὅταν δὲν τὸν κλείνω, δὲν μπορῶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐργασία τοῦ πένθους καὶ νὰ βάλω μιὰ ταφόπλακα ποὺ νὰ ἔχει χαραγμένο επάνω τὸ τάδε ὄνομα. Ὅταν δὲν ἀποδέχομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ προχωρήσω. Κατάθλιψη εἶναι νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω ὅτι ἔχω κάποια ἐλαττώματα, ἔχω μια μεγαλύτερη ἢ μικρότερη ψυχικὴ ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, νὰ δῶ τί μπορῶ νὰ κάνω γι’ αὐτήν, νὰ προχωρήσω μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω. Νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ διαρκῶς νὰ τοῦ ἐπιτίθεμαι:

    «Πῶς εἶσαι ἔτσι;…». Ὅλοι τὸ κάνουμε αυτό, σαφῶς, πολλὲς φορές, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει μαζοχιστικὴ ἐμμονή.

     

    🪶 Εἶναι καλὸ νὰ πηγαίνουμε πρὸς αὐτοὺς τοὺς ψυχισμοὺς καὶ τὸν ἴσκιο τους, νὰ τοὺς κάνουμε φίλους, νὰ κάνουμε παρέα. Γιατί όχι; Μᾶς θεραπεύουν. Πιστεύω πολὺ στὶς θεραπευτικές δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι κατ’ ἐπάγγελμα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Περιπτεράδες τῆς γωνίας, ἂς ποῦμε. Ὁ τρόπος ποὺ μιλάει, ποὺ κινεῖται, ἡ εὐγένειά του, εἶναι θεραπευτικά πράγματα. Ὅσο γιὰ τὸ πρῶτο, μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι μὲ τοὺς παιδικούς φόβους κάνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα πρῶτα ἀσχολούμαστε λίγο νὰ τοὺς καταλάβουμε. Τὸ δεύτερο, κάνουμε θεραπεία, τὸ τρίτο κάνουμε ἴσως μια καλή σχέση ποὺ μποροῦμε ἐκεῖ νὰ τὰ δουλεύουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε. Μια καλή σχέση εἶναι πάντα ἕνα ἐργαστήριο. Καὶ το τέταρτο, ψάχνουμε νὰ βροῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε αὐτά, μὲ φίλους, μὲ παρέες ποὺ καταλαβαίνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο κόντε Διονύσιος Σολωμός. Μόλις ἄκουγε, λοιπόν, καμιὰ καλὴ λέξη ἀπὸ τὸν βαρκάρη, λαϊκή λέξη, τὸν πλήρωνε. Φανταστείτε τώρα… Πήγαινε στο λιμάνι καὶ ἀγόραζε λέξεις! Οἱ λέξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς κάτι ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ γράφει τα ποιήματά του. Οἱ λέξεις εἶναι ψυχικὰ ἀνοίγματα! Τώρα ἄκουσα ἐγὼ τὴ λέξη που εἴπατε, «ἀνημπορεύσω». Νὰ μὴν μπορῶ, δηλαδή. Αριστούργημα! Θὰ τὴν καταγράψω καὶ θὰ σᾶς πληρώσω! Εξαιρετική λέξη.

     

    🪶 Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. 

     

    🪶 «Θέλω ὅσο γερνάω να γίνομαι καλύτερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό». Κάποιος μοῦ εἶχε πεῖ ξέρετε, μαθαίνω πολλὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευόμενούς μου- «Θέλω νὰ κατοικῶ καλύτερα στὸν ἑαυτό μου».

     

    🪶 Νὰ παραμένει η ψυχή ζωντανή. Ψυχὴ ζωντανὴ σημαίνει νὰ ἐργάζεται. Ὅσο μπορεῖ. Ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο καὶ στὸ πένθος… Νὰ ἀνοίγει δρόμους πρὸς τὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι παντοῦ. Καὶ τὴν εὐχαρίστηση. Νὰ ἀνοίγει δρόμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῆς ψυχῆς. Χαρὰ βέβαια δὲν ἐννοῶ μόνο τὰ ὑλικὰ πράγματα. Χαρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα βλέμμα, ἂς ποῦμε τὸ βλέμμα τῆς ἐγγονῆς στὴ γιαγιά της. Ἢ πολὺ λεπτὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο Χατζηδάκις έλεγε: «Άμα ξυπνήσεις μετὰ τὰ 50 καὶ δὲν πονᾶς πουθενά, μᾶλλον εἶσαι πεθαμένος»– καὶ τὴν ψυχή του, νὰ μπορεῖ νὰ γίνεται ἡ ματιά του γλυκιά, νὰ γλυκαίνουν ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις του, τὸ ἄγγιγμά του, νὰ ἔχουν φύγει λίγο ή βία καὶ ἡ ἐπιθετικότητα… Υπάρχουν τέτοιοι γέροι, ποὺ χαίρεσαι νὰ εἶσαι μαζί τους.

     

    🪶 Δεν μιλάω γιὰ τὴ βαριὰ κατάθλιψη, ἀλλὰ ἕνα χαρακτηριστικό τῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἐλπίδα, πίστη καὶ ὄνειρο, ὅπως εἴπαμε. Δὲν ὀνειροπολούν. Γιατί εἶναι τόσο σπουδαῖο νὰ ὀνειρευτοῦμε τὸ μέλλον, τὴ ζωή μας; Ἐπειδὴ αὐτό, αὐτὴ ἡ λειτουργία, εἶναι ἡ ἀτμομηχανὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Ἂν θέλω νὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ πάω ἐκεῖ, πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ὀνειροπολήσω. Ἂν δὲν ὀνειροπολήσω, θὰ κάθομαι ἐδῶ γιὰ πάντα. Ἡ ἐρώτηση εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ θεραπευτικά. Ἂν κανεὶς ἀρχίσει νὰ ὀνειροπολεῖ, ἀκόμα κι ἂν πιεστεῖ, ἀκόμη κι ἂν πιεῖ καὶ λίγο κρασί κι ὀνειρευτεῖ, προχωράει ἡ ψυχική διαδρομή, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ μειώνεται ἡ καταθλιπτικὴ σκιά. Δηλαδή, ὑπάρχουν οἰκογένειες ποὺ μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν ὅλοι μαζί. 

     

    🪶 Πνεῦμα, ξέρετε τὴν ἐτυμολογία του; Ἀπὸ τὸ πνέω. Εἶναι πνοὴ ἐντός. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Τί σημαίνει ψυχὴ ἐτυμολογικῶς; Λέμε ψυχικόν. Τί εἶναι τὸ ψυχικόν; Τὸ ψυχικὸ εἶναι ἡ πηγή που βγάζει νερό. Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε το Ψυχικό, τὸ προάστιο; Ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Αθηναία ἔκανε στην περιοχὴ αὐτὴ ἕνα πηγάδι γιὰ να πίνουν νεράκι οἱ ταξιδιῶτες. Μετὰ ἔκανε καὶ μοναστήρι ἐκεῖ. Καὶ ἔτσι πῆρε τὸ προάστιο τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξέρουμε. Ἂν ψάξουμε τὴν ἱστορία τῶν λέξεων, έχει μέσα θησαυρούς. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, τοὺς συνειρμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐτυμολογία της, εἶναι κάτι ποὺ σὲ δροσίζει, κάτι ποὺ κάνει τὴ ζωὴ πιὸ δροσερή… 

     

    🪶 Ὅταν φοβᾶμαι μὴ πεθάνει ἡ μαμά μου, στὸ βάθος φοβᾶμαι μὴν πεθάνουν τὰ κρατήματά μου, δηλαδὴ ἐγώ. Μήπως ἀφανιστῶ καὶ συντριβῶ ψυχικά – καὶ σωματικὰ πολλὲς φορές. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος όλων μας. Αὐτὸ σημαίνει «χάνω τὴ μαμά μου». Και τότε σβήνει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἡ ζωὴ σκοτεινιάζει. Ὅταν μπαίνουμε σε τέτοιες περιοχές, ἔξω μπορεῖ νὰ ἔχει λιακάδα, τὰ πράγματα ἀντικειμενικὰ νὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ ἐμεῖς νιώθουμε γεύση θανάτου.

     

    🪶 Ἂν δὲν εἴχαμε κανένα τραῦμα καὶ κανένα πόνο, θὰ εἴμαστε σὰν κομοδίνα, καλοὶ μέν, στιβαροί, ὅπως τὸ κομοδίνο, ποὺ κάθεται καὶ περιμένει τὸ αὔριο. Δεν κινεῖται, δὲν ἐργάζεται, δὲν κατασκευάζει ψυχικά, δὲν ἔχει ψυχικὸ ρυθμό, όπως λέμε. Ψυχικό ρυθμό ἔχει ὁτιδήποτε κινεῖται στὴν ἔλλειψη, στὸ τραῦμα. Ἡ βάση τῆς μάθησης εἶναι ὅτι κάποια στιγμὴ ἡ μάνα μας μᾶς «ἐγκατέλειψε». Πῆγε στο μπάνιο. Τότε φοβηθήκαμε ὅτι θὰ πεθάνουμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ πιπιλᾶμε το δάχτυλό μας, νὰ κοιτᾶμε τὸ φῶς, νὰ κάνουμε ὑπομονή, νὰ βρίσκουμε ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέω, σὰν ἐφόδια γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Ἄρα, εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω. (Μὴν πᾶμε στὴν μαζοχιστικὴ περιοχή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ σᾶς μιλήσω μετά.) Εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω ἢ ποὺ ἔχω ἐλλείμματα ἢ ποὺ ἔχω θέματα, γιατὶ ἔτσι μπορῶ νὰ μείνω ζωντανός, κινητοποιώντας το δυναμικό μου. Αὐτὸ ποὺ ζητάω στὸ βάθος, τὸ «πάρτε μου ὅλο τὸν πόνο», σημαίνει ἂς πεθάνω, ἃς μὴν ἐργάζομαι ψυχικά, ἂς μὴν κατασκευάζω, ἂς μὴ δημιουργῶ. Ἡ δημιουργικότητα, όμως, πάει πάντα μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα ἔλλειψης. Ρωτήστε τοὺς καλλιτέχνες, τους ποιητές, πῶς γεννᾶνε ἕνα ἔργο καὶ τί ὀδύνες, καὶ μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα, έχουν προηγηθεῖ. Σκεφτείτε τις μεγάλες στιγμές στη ζωή σας. Που λέτε «κατάφερα αὐτό, έκανα ἐκεῖνο», ὄχι μόνο στὰ ἐπιχειρηματικὰ ἢ στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ παντοῦ. Σκεφτεῖτε ἀκόμα καὶ τὰ μεγάλα σας ἐπιτεύγματα, κάνατε δύο παιδιά, κάνατε μιὰ ἐπιχείρηση. Ἂν σκεφτεῖτε με ειλικρίνεια, θὰ δεῖτε ὅτι σίγουρα έχει προηγηθεί θύελλα, πάντοτε. Ἀλλιῶς δὲ γίνεται. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἔθιξα λίγο, εἶναι βασικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ πάρει κανεὶς αὐτὸ τὸ ρυθμό, ποὺ ἐπεσήμανα στὴν ἀρχή.

     

    🪶 Ένας θεραπευόμενός μου κυνηγοῦσε κάποια κοπέλα ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Λέει, λοιπόν, «τὸ πρόβλημά μου δεν εἶναι μὴ μοῦ πεῖ ὄχι, τὸ πρόβλημά μου εἶναι τί θὰ κάνω ἄν μου πεῖ ναί». Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο παράδοξο. Εἶναι τὸ αἴνιγμα τοῦ κακοήθους μαζοχισμοῦ, γιατί βασανιζόμαστε. Διότι πολλὲς φορὲς γιὰ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουμε κάποια συμμετοχὴ καὶ ἐμεῖς. Προκαλοῦμε τὴν καταστροφή, την τιμωρία, τὴν ὀδύνη. 

     

    🪶 Ἡ ἀγάπη βρίσκεται στὸ ζεστό στρώμα ὅταν ἡ ὁμάδα ἢ τὸ ζευγάρι εἶναι μὲς στὸ μίσος ἢ στὴν ἀπόγνωση ἢ στὸ φόβο, ἀλλὰ παραμένουν μαζὶ καὶ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ καὶ ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τονίζω τὸ «ἀκούει ὁ ἔνας τὸν ἄλλον», ἀκούει ενεργητικά, όχι μένουν μαζί ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν εἶναι μόνοι. Οἱ λέξεις καὶ τὸ κλίμα ποὺ ὑπάρχουν σὲ μιὰ ὁμάδα ἢ σὲ μιὰ οἰκογένεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τρία πολὺ ἁπλὰ καὶ βασικὰ πράγματα: πῶς μιλᾶς, πῶς ἀκοῦς, πῶς κοιτᾶς. Πῶς μιλᾶς, δηλαδή ποιό εἶναι τὸ ἠχόχρωμα καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς σου.

     

    🪶 Κλείνοντας σᾶς διαβάζω ἕνα πολὺ μικρό ἀπόσπασμα ἑνὸς πολύ καλοῦ οἰκογενειακοῦ θεραπευτῆ ποὺ λέγεται Πίτμαν, κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικά. Λέει λοιπὸν στοὺς θεραπευόμενούς του, ὅταν τοὺς ἀποχαιρετᾶ μετὰ τὸ τέλος τῆς θεραπείας: «Συγχωρῆστε τις μητέρες σας, μπεῖτε σε ὁμάδες, βρεῖτε κάποια ἐργασία καὶ κάποια ψυχαγωγία, ἀποκτῆστε σύντροφο, διατηρεῖτε τὴ σχέση ἰσότιμη καὶ ἀναθρέψτε παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρεῖτε». 

    by SearchingTheMeaningOfLife

    Βαθμολογία:

    #Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading
  5. Searching The Meaning Of Life! (S.T.M.O.L) @searchingthemeaningoflife.wordpress.com@searchingthemeaningoflife.wordpress.com ·

    […]Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. […] |

    INTERNATIONAL FESTIVAL FOR CONTEMPORARY VISUAL MEDIA | Thessaloniki 2024

    Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μποροῦμε»

     

    🪶Γιατί γεμίζουμε ἀπὸ αἰσθήματα; Γιατί είμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ ἰσορροπίας καὶ τὸ χρειαζόμαστε, ἀλλιῶς ἀρρωσταίνουμε. Ὅταν μιλάει ἕνας θεραπευτής, ἔχει πάντα στὸν νοῦ του πώς μπορεῖ κάπως νὰ βοηθήσει, ἔστω καὶ μὲ μιὰ ὁμιλία, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς σχετικὰ ἰσορροπημένης ψυχικῆς λειτουργίας, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε αυτονόητο. Πολλές φορές «τρελαινόμαστε» – μιλάω γιὰ τὴν γνώριμη, καθημερινὴ τρέλα: αὐτὴ ποὺ βιώνει, λ.χ., ἡ μαμά ποὺ προσπαθεῖ νὰ προλάβει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἔχει ἄλλες δέκα δουλειὲς καὶ τσακώθηκε μὲ τὸν σύζυγό της… Απόγνωση! Χρειάζεται ἕνας τρόπος νὰ σκεφτόμαστε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ σημαίνει ἕνας τρόπος νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε ψυχικά. 

     

    🪶Νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἔξω κόσμο, κι ἂς κάνουν λάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μέταλλο, τὸ καλύτερο υλικό, που μπορεῖ μιὰ καλὴ οἰκογένεια νὰ δώσει στα παιδιά της, νὰ μπορέσουν τὰ παιδιὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ φτερά τους, νὰ πετάξουν, χωρὶς ἐνοχὴ καὶ χωρὶς φόβο. 

    🪶«Γιατί με γέννησες; Μὲ ρώτησες ἐμένα;». Τρομερό! «Καλά, παιδί μου, ἔπρεπε νὰ σοῦ πάρουμε τὴν ἄδεια νὰ σὲ γεννήσουμε;» Αὐτὸ δὲν ἔχει λογική, ἀλλὰ τοὺς χτυπάει ἀκριβῶς σὲ ἕνα τραῦμα δικό τους. Καὶ ξέρετε τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ἐπανάσταση, «γιατί με γέννησες; Δὲν μὲ ρώτησες. Καλύτερα θὰ πέρναγα». Ξέρετε, καὶ πολλοὶ ἐνήλικες το λέμε αὐτὸ πολλές φορές, ὅταν ἡ ζωὴ βαραίνει καὶ λιγοστεύει τὸ φῶς, καὶ κάνουμε συχνὰ πολύ σκληρές σκέψεις. Ὅταν πονᾶς πάρα πολύ, ὅταν σὲ ἔχει βρεῖ ἕνα μεγάλο κακό, λὲς «καλύτερα νὰ μὴ ζοῦσα. Καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ζῶ φταῖνε οἱ γονεῖς μου». Βεβαίως ἔρχεται ἡ ἄλλη σκέψη ποὺ λέει, «μὰ τὸ δῶρο τῆς ζωῆς εἶναι καὶ οἱ εὐκαιρίες ποὺ ἔχεις, δὲν εἶσαι μόνο χάλια, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πάλη βρίσκεται ὅλο τὸ νόημα…».

     

    🪶Εἶσαι καλά; Τί σε δυσκολεύει; Τί δὲν καταλαβαίνεις;». Νὰ ἀναρωτηθῶ γιὰ τὴ σχέση μου μὲ τὴ ζωή. Αὐτὸ λέγεται ἀναστοχασμὸς καὶ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐργάζεται καὶ παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ζωντανὴ καὶ ἐργάζεται, ἐπεξεργάζεται τὰ δεδομένα της; Ὄχι, δὲν εἶναι. Πολλὲς φορὲς ἡ ψυχὴ πεθαίνει. Παγώνει, παραλύει καὶ ἀρρωσταίνει βαριά. 

     

    🪶«Μά», μοῦ λέει ὁ διπλανός, «μὴν εἶσαι ἀνόητος, εἶναι ἕνα ποτήρι νερό». Ο τρόμος μου, ὅμως, δὲν βλέπει ἁπλῶς ἕνα ποτήρι ἐδῶ. Πολλές φορὲς στὴ ζωὴ λειτουργοῦμε ἔτσι, παρανοϊκά, ὑπερβολικά. Χανόμαστε… Καὶ ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἔχει μιὰ μικρὴ εὐαισθησία, μᾶς χτυπᾶ κι ἀπὸ πάνω. Ὁ θεραπευτής το βλέπει ὅτι εἴμαστε μέσα στον τρόμο. Ἐκεῖ ἡ σκέψη σπάει, παραλύει, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἄρα λοιπὸν ἕνας εἶναι ὁ στόχος: νὰ παραμένει ἡ ψυχὴ ζωντανὴ καὶ νὰ ἐργάζεται, ἀντιμετωπίζοντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα μας ή γύρω μας. Αὐτὰ τὰ μαθαίνουμε πρώτη φορὰ μὲ τὴν οἰκογένεια.

     

    🪶Τρεῖς λοιπὸν εἶναι οἱ Μοῖρες: Ἄτροπος, Λάχεσις, Κλωθώ. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ εἶναι ὅλη ἡ ζωή μας; Ἄτροπος, Ἀστερητικό σὺν τρέπω, σημαίνει κάτι ποὺ δὲν ἀλλάζει, τὸ ἀμετάβλητο, ὁ βράχος. Νὰ πῶ κάτι ποὺ εἶναι ἀπαράλλακτο σὰ βράχος; Οἱ γονεῖς μου. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία αὐτὴ δὲν ἀλλάζουν, αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς μου. Καὶ τὰ παιδικά μου χρόνια ἐπίσης. Ἄτροπος. Γεννήθηκα ἐκεῖ, ἔβλεπα τὸ βουνὸ αὐτὸ ἀπέναντι, ἡ μάνα μου ἦταν αὐτή, οἱ γειτόνισσες ἦταν αὐτές, οἱ παιδικές μου δυσκολίες ἦταν αὐτές, δὲν ἀλλάζει αὐτό. Λάχεσις εἶναι ἡ δεύτερη Μοίρα, ποὺ λέει τί μοῦ ἔλαχε στὴ ζωή μου, τί ἔφεραν οἱ συγκυρίες. Π.χ., ἡ μαμά μου μὲ ἔδερνε, ἀλλὰ ἦταν καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, στὴν ὁποία πήγαινα καὶ μὲ χάιδευε. Ἡ κυρία αὐτὴ εἶναι Λάχεσις, ἦταν μιὰ ἐπανορθωτικὴ παρουσία. Η ἔχω κάποιες ἀναπηρίες ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιατί γεννήθηκα δύσκολα. Ταυτοχρόνως, ὅμως, μπῆκε στη ζωή μου ἕνας δάσκαλος ἢ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴ δυνατότητα και τὴν ὄρεξη καὶ γυμνάστηκα καὶ ἔκανα ἐκεῖνο, ἔκανα τὸ ἄλλο, καὶ κατάφερα νὰ χτίσω ἕνα σῶμα ἐπαρκές καὶ νὰ τὰ καταφέρω. Λάχεσις λοιπὸν εἶναι οἱ δυνατότητες ποὺ μοῦ τύχανε στὴ ζωή, τὰ τρένα ποὺ περάσανε, οἱ εὐκαιρίες. Κλωθώ (κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ πιο σημαντικὴ Μοίρα, ἀπὸ τὸ κλώθω, ὑφαίνω) εἶναι τὸ πῶς ὑφαίνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ δυό. Τὸ σωματικό μου ἀνάστημα, ποὺ δὲν ἀλλάζει ὅσο καὶ ἂν μὲ τραβήξετε, καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἔχω, οἱ ἀντοχὲς ποὺ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω, οἱ εὐκαιρίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, γιὰ νὰ μὴ μείνω στο τραῦμα καὶ τὸ κόμπλεξ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κλωθώ. Ἐδῶ τίθεται πάλι ἕνα φιλοσοφικὸ ἐρώτημα ἔχει νὰ κάνει πάλι μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε ἀδικία. Γιατί κάποιοι ἄνθρωποι ὑφαίνουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Γιατί «ἀπὸ ρόδο βγαίνει ἀγκάθι καὶ ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ρόδο»; Τί θὰ πεῖ αὐτό; Λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴ θεωρία καὶ πολλὲς φορὲς τὰ βλέπουμε στο γραφείο μας. Ἔρχονται ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦς τὴν ἱστορία τους καὶ λὲς πὼς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στὸ ψυχιατρεῖο. Ἔ, δὲν εἶναι, λάμπει καὶ ἔχει καὶ μιὰ ὄρεξη για ζωὴ ποὺ ὁ θεραπευτής μέσα του ἀπορεῖ καὶ θαυμάζει!

     

    🪶 Οι μύθοι δεν εἶναι παραμύθια, εἶναι ἡ συλλογικὴ πείρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ μπαίνει, ποὺ ὀργανώνεται σὲ μιὰν ἀφήγηση. Καὶ εἶναι ἡ προίκα μας, ὁ θησαυρός μας, εἶναι ἡ συλλογική μας ψυχή· δὲν πέσαμε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χωρὶς παρελθόν, ἐρχόμαστε ἀπὸ παλιότερες γενιές. Καὶ μιᾶς οἰκογένειας ἡ ἱστορία εἶναι διαγενεακή, καὶ εἶναι καλὸ νὰ τὴ γνωρίζουμε. Δὲν ἀνήκουμε μόνο στὸν ἑαυτό μας, δὲν εἴμαστε ἄτομα· ἀνήκουμε καὶ σὲ κοινότητες, σὲ κοινωνία μὲ παράδοση, ἔχουν ζήσει καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, κι αὐτὸ μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε στὴν ἐποχή μας.

     

    🪶 Καὶ ἀναρωτιέται, ἀκόμα καὶ ὁ Γιάλομ, «μα γιατί ἔχω κολλήσει;». Παρένθεση ἐδῶ, ἕνα παράδοξο ποὺ εἶναι κοινὸς τόπος, λίγο-πολύ γιὰ ὅλους μας: ὅσο πιὸ κακὴ εἶναι ἡ μάνα, τόσο πιὸ πολὺ κολλᾶμε μαζί της. Γιατί; μὲ ρωτᾶτε. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐρώτηση. Εἶναι σὰν κάτι γυναῖκες, κάτι κοπέλες κυρίως μικρὲς σὲ ἡλικία, ποὺ κολλᾶνε μὲ «κακά παιδιά». Τὶς δέρνουν, τὶς ἀπαξιώνουν, καὶ ὅταν τύχει νὰ βροῦν «ἕνα καλό παιδί» ποὺ λέμε, ποὺ ἔχει Lower, εἶναι καθαρός, εὐγενικός, ἀρέσει στη μαμά, ἔχει χρήματα, μυρίζει ὡραῖα, λένε, «Δὲν ξέρω γιατί, ἀλλὰ βαριέμαι. Πλήττω». Καὶ πρέπει νὰ πάει στὸ παλιόπαιδο, στὸν ἀλήτη, ἂς ποῦμε. Καὶ κολλάει μαζί του.

     

    🪶 Ἔμαθα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ νεκρή, καταθλιπτικὴ μάνα μου νὰ χαμογελάει καὶ ὅλη μου η ζωή ἦταν πῶς θὰ τὴ θεραπεύσω. Δὲν σᾶς τὸ διάβασα τυχαῖα. Σὲ πολλῶν ἀνθρώπων τις θεραπεῖες, κατὰ τὴ γνώμη μου στῶν περισσοτέρων, αὐτὸ εἶναι ἕνα μοτίβο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται. Ποτίζει ἡ πρώιμη ζωή κάποιον, καὶ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὅτι ἔχει ξοδέψει ὅλη του τὴ ζωὴ ψυχικὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς γονεῖς του. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει βρίσει καὶ ἔχει πάει στην Αυστραλία γιὰ νὰ γλιτώσει. Ακόμα και αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι δὲν θὰ τοὺς ξαναμιλήσει. Ακόμα καὶ αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει θάψει πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν πάει οὔτε στὸ νεκροταφεῖο. Μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ καὶ τὰ μοτίβα ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ γάμος ποὺ κάνει, οἱ σχέσεις ποὺ κάνει, οἱ δουλειές, οἱ ἀστοχίες του, ἀπὸ κάτω κρύβουν ἕνα «πῶς θὰ θεραπεύσω τὴ μάνα μου, τὸν πατέρα μου». 

     

     

    🪶 Μιὰ οἰκογένεια καλὴ λοιπὸν εἶναι ἕνα matrix. Matrix στα Λατινικά σημαίνει μήτρα. Είναι ἕνας χώρος όπου αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς νὰ εἶμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, νὰ αἰσθανόμαστε ὅ,τι αἰσθανόμαστε χωρίς λογοκρισία, καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἐκφράζουμε τὰ βασικά μας συναισθήματα. Τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύο: ἐπιθετικότητα θυμὸς καὶ ἐρωτισμός – ἀγάπη. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βασικά συστατικὰ τοῦ ψυχισμοῦ μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύγκρουση.

     

    🪶 Ἄρα, ὅταν καθίσεις νὰ μιλήσεις καὶ κάποιοι σ’ ἀκούσουν καὶ σοῦ ποῦν κι ἐκεῖνοι τὸ ἀντίστοιχο δικό δικό τους «φοβάμαι μήπως…», τὸ πιὸ τρομερό πράγμα ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ ἕνα μαγικό τρόπο που δὲν εἶναι καθόλου μαγικός βέβαια- ἀδυνατίζει, γλυκαίνει καὶ σηκώνεσαι νὰ προχωρήσεις ξανά στη ζωή, μέχρι την επόμενη φορά ποὺ θὰ φοβηθεῖς. Ἄρα, μιὰ καλὴ οἰκογένεια, λειτουργική, ένα καλὸ σύστημα, ἐνθαρρύνει τα μέλη της νὰ μιλοῦν γιὰ ὅ,τι τους πονάει, τοὺς τρελαίνει καὶ τοὺς ἀποδιοργανώνει. Πολλοι πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες ἔχουν μεγάλη εὐθύνη πού, ὅταν βλέπουν τὸ παιδάκι λίγο ταραγμένο, τοῦ λένε «Ε, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσὺ νὰ εἶσαι θλιμμένος;». «Ἄσε με, ρε μάνα, εἶμαι λίγο…». «Μα γιατί; Τί ἔχεις; Πες στη μαμά σου τί ἔχεις». Καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ τὸ λέει, λέει τὸ παιδί, «Ἄχ, τώρα μπλέξαμε! Τί νὰ πῶ ποὺ αὐτὴ εἶναι τρομοκρατημένη;». Αὐτό, μια τέτοια ἀντίδραση ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ γονέα, μοῦ ἀπαγορεύει ἐμένα, τοῦ παιδιοῦ, νὰ φοβᾶμαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ τρελαίνομαι. Μοῦ ἀπαγορεύει νὰ αἰσθάνεται ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀπὸ τὸ πιὸ καλὸ μέχρι καὶ τὸ δυσκολότερο. Στὶς θεραπεῖες τῶν ἐνηλίκων ἢ στὶς θεραπευτικὲς ὁμάδες, ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ λένε: «Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπορῶ νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου. Στὸ σπίτι μου μιλᾶμε γι’ αὐτά». Νὰ θυμίσω ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, πὼς δὲν κατηγοροῦμε τοὺς γονεῖς. Δὲν μποροῦσαν, γιατί κι ἐκεῖνοι τρόμαζαν μὲ τοὺς δικούς τους ἑαυτούς. «Μήπως τρελάθηκε τὸ παιδί μου; Μήπως αὐτὰ ποὺ μοῦ λέει σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ψυχικὰ ὑγιές;».

     

    🪶 Πένθος εἶναι ἡ ὁριστικὴ αἴσθηση ὅτι δὲν εἶμαι παντοδύναμος. Ἔχουμε ὅλοι μιὰ παιδική φαντασίωση, μιὰ φαντασίωση παντοδυναμίας ποὺ εἶναι ἡ ἄμυνά μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶπα πρίν. Καὶ μᾶς προστατεύει γιατί; Γιατί, γιὰ νὰ εἴμαστε καλά, θέλουμε τὰ πράγματα νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Δὲν εἶναι κακό. Ανθρώπινο εἶναι. Κι ἐγώ, ἂν ἔχω συνηθίσει αὐτὸ νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ πάρετε καὶ μοῦ τὸ πᾶτε ἐκεῖ, τρελαίνομαι. Αὐτὸ ποὺ εἶπα μόλις συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα.

     

    🪶 Τὰ ἔχεις πάει καλά, λοιπόν, ἔχεις εὐχαριστηθεῖ, ἔχεις χαρεῖ καὶ λές, «τώρα δεν πᾶμε καὶ γιὰ ὕπνο νὰ ξεκουραστοῦμε;». Ἂν δὲν τὰ ἔχεις κάνει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχεις περάσει καλά, κάθεσαι καὶ κάθεσαι, μὲ τὶς ὧρες, τοὺς ἔχετε δεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κάθονται μέχρι τις 6 το πρωί, 7, δὲ λένε νὰ φύγουν, διότι περιμένουν νὰ τοὺς συμβεῖ τὸ καλὸ τὸ ὁποῖο δὲ συμβαίνει. Σὰν τὸ «Περιμένοντας τον Γκοντό» τοῦ Μπέκετ, κάθονται καὶ περιμένουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔρχεται. Καὶ δὲν μποροῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν κιόλας. Δηλαδὴ πεθαίνουν καλύτερα, ὀρθότερα, ἂν μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν περάσει τις διεργασίες τοῦ πενθεῖν στὴ ζωή τους. Καὶ τὸ πενθεῖν ἔχει νὰ κάνει καὶ μὲ τὸν τρόπο που μπορεῖς νὰ ἀφηγηθεῖς κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, τὸν ἑαυτό σου, τὴν ἱστορία σου. 

     

    🪶 Κατάθλιψη εἶναι ὅταν δὲ βλέπω ἕνα μέλλον, ὅταν κολλάω μπροστά σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, ὅταν δὲν τὸν κλείνω, δὲν μπορῶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐργασία τοῦ πένθους καὶ νὰ βάλω μιὰ ταφόπλακα ποὺ νὰ ἔχει χαραγμένο επάνω τὸ τάδε ὄνομα. Ὅταν δὲν ἀποδέχομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ προχωρήσω. Κατάθλιψη εἶναι νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω ὅτι ἔχω κάποια ἐλαττώματα, ἔχω μια μεγαλύτερη ἢ μικρότερη ψυχικὴ ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, νὰ δῶ τί μπορῶ νὰ κάνω γι’ αὐτήν, νὰ προχωρήσω μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχω. Νὰ μὴν μπορῶ νὰ συγχωρήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ διαρκῶς νὰ τοῦ ἐπιτίθεμαι:

    «Πῶς εἶσαι ἔτσι;…». Ὅλοι τὸ κάνουμε αυτό, σαφῶς, πολλὲς φορές, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει μαζοχιστικὴ ἐμμονή.

     

    🪶 Εἶναι καλὸ νὰ πηγαίνουμε πρὸς αὐτοὺς τοὺς ψυχισμοὺς καὶ τὸν ἴσκιο τους, νὰ τοὺς κάνουμε φίλους, νὰ κάνουμε παρέα. Γιατί όχι; Μᾶς θεραπεύουν. Πιστεύω πολὺ στὶς θεραπευτικές δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι κατ’ ἐπάγγελμα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Περιπτεράδες τῆς γωνίας, ἂς ποῦμε. Ὁ τρόπος ποὺ μιλάει, ποὺ κινεῖται, ἡ εὐγένειά του, εἶναι θεραπευτικά πράγματα. Ὅσο γιὰ τὸ πρῶτο, μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι μὲ τοὺς παιδικούς φόβους κάνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα πρῶτα ἀσχολούμαστε λίγο νὰ τοὺς καταλάβουμε. Τὸ δεύτερο, κάνουμε θεραπεία, τὸ τρίτο κάνουμε ἴσως μια καλή σχέση ποὺ μποροῦμε ἐκεῖ νὰ τὰ δουλεύουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε. Μια καλή σχέση εἶναι πάντα ἕνα ἐργαστήριο. Καὶ το τέταρτο, ψάχνουμε νὰ βροῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ἐπεξεργαζόμαστε αὐτά, μὲ φίλους, μὲ παρέες ποὺ καταλαβαίνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο κόντε Διονύσιος Σολωμός. Μόλις ἄκουγε, λοιπόν, καμιὰ καλὴ λέξη ἀπὸ τὸν βαρκάρη, λαϊκή λέξη, τὸν πλήρωνε. Φανταστείτε τώρα… Πήγαινε στο λιμάνι καὶ ἀγόραζε λέξεις! Οἱ λέξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς κάτι ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ γράφει τα ποιήματά του. Οἱ λέξεις εἶναι ψυχικὰ ἀνοίγματα! Τώρα ἄκουσα ἐγὼ τὴ λέξη που εἴπατε, «ἀνημπορεύσω». Νὰ μὴν μπορῶ, δηλαδή. Αριστούργημα! Θὰ τὴν καταγράψω καὶ θὰ σᾶς πληρώσω! Εξαιρετική λέξη.

     

    🪶 Το πένθος δὲν εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ τάφο, τὸ ξαναλέω. Τὸ πένθος εἶναι μιὰ προωθητική δύναμη γιὰ νὰ προχωράμε. 

     

    🪶 «Θέλω ὅσο γερνάω να γίνομαι καλύτερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό». Κάποιος μοῦ εἶχε πεῖ ξέρετε, μαθαίνω πολλὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευόμενούς μου- «Θέλω νὰ κατοικῶ καλύτερα στὸν ἑαυτό μου».

     

    🪶 Νὰ παραμένει η ψυχή ζωντανή. Ψυχὴ ζωντανὴ σημαίνει νὰ ἐργάζεται. Ὅσο μπορεῖ. Ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο καὶ στὸ πένθος… Νὰ ἀνοίγει δρόμους πρὸς τὴ χαρά, ἡ ὁποία εἶναι παντοῦ. Καὶ τὴν εὐχαρίστηση. Νὰ ἀνοίγει δρόμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῆς ψυχῆς. Χαρὰ βέβαια δὲν ἐννοῶ μόνο τὰ ὑλικὰ πράγματα. Χαρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα βλέμμα, ἂς ποῦμε τὸ βλέμμα τῆς ἐγγονῆς στὴ γιαγιά της. Ἢ πολὺ λεπτὰ πράγματα.

     

    🪶 Ο Χατζηδάκις έλεγε: «Άμα ξυπνήσεις μετὰ τὰ 50 καὶ δὲν πονᾶς πουθενά, μᾶλλον εἶσαι πεθαμένος»– καὶ τὴν ψυχή του, νὰ μπορεῖ νὰ γίνεται ἡ ματιά του γλυκιά, νὰ γλυκαίνουν ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις του, τὸ ἄγγιγμά του, νὰ ἔχουν φύγει λίγο ή βία καὶ ἡ ἐπιθετικότητα… Υπάρχουν τέτοιοι γέροι, ποὺ χαίρεσαι νὰ εἶσαι μαζί τους.

     

    🪶 Δεν μιλάω γιὰ τὴ βαριὰ κατάθλιψη, ἀλλὰ ἕνα χαρακτηριστικό τῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἐλπίδα, πίστη καὶ ὄνειρο, ὅπως εἴπαμε. Δὲν ὀνειροπολούν. Γιατί εἶναι τόσο σπουδαῖο νὰ ὀνειρευτοῦμε τὸ μέλλον, τὴ ζωή μας; Ἐπειδὴ αὐτό, αὐτὴ ἡ λειτουργία, εἶναι ἡ ἀτμομηχανὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Ἂν θέλω νὰ σηκωθῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ πάω ἐκεῖ, πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ὀνειροπολήσω. Ἂν δὲν ὀνειροπολήσω, θὰ κάθομαι ἐδῶ γιὰ πάντα. Ἡ ἐρώτηση εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ θεραπευτικά. Ἂν κανεὶς ἀρχίσει νὰ ὀνειροπολεῖ, ἀκόμα κι ἂν πιεστεῖ, ἀκόμη κι ἂν πιεῖ καὶ λίγο κρασί κι ὀνειρευτεῖ, προχωράει ἡ ψυχική διαδρομή, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ μειώνεται ἡ καταθλιπτικὴ σκιά. Δηλαδή, ὑπάρχουν οἰκογένειες ποὺ μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν ὅλοι μαζί. 

     

    🪶 Πνεῦμα, ξέρετε τὴν ἐτυμολογία του; Ἀπὸ τὸ πνέω. Εἶναι πνοὴ ἐντός. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Τί σημαίνει ψυχὴ ἐτυμολογικῶς; Λέμε ψυχικόν. Τί εἶναι τὸ ψυχικόν; Τὸ ψυχικὸ εἶναι ἡ πηγή που βγάζει νερό. Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε το Ψυχικό, τὸ προάστιο; Ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Αθηναία ἔκανε στην περιοχὴ αὐτὴ ἕνα πηγάδι γιὰ να πίνουν νεράκι οἱ ταξιδιῶτες. Μετὰ ἔκανε καὶ μοναστήρι ἐκεῖ. Καὶ ἔτσι πῆρε τὸ προάστιο τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξέρουμε. Ἂν ψάξουμε τὴν ἱστορία τῶν λέξεων, έχει μέσα θησαυρούς. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἀκολουθώντας αὐτὴ τὴ γραμμή, τοὺς συνειρμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐτυμολογία της, εἶναι κάτι ποὺ σὲ δροσίζει, κάτι ποὺ κάνει τὴ ζωὴ πιὸ δροσερή… 

     

    🪶 Ὅταν φοβᾶμαι μὴ πεθάνει ἡ μαμά μου, στὸ βάθος φοβᾶμαι μὴν πεθάνουν τὰ κρατήματά μου, δηλαδὴ ἐγώ. Μήπως ἀφανιστῶ καὶ συντριβῶ ψυχικά – καὶ σωματικὰ πολλὲς φορές. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος όλων μας. Αὐτὸ σημαίνει «χάνω τὴ μαμά μου». Και τότε σβήνει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἡ ζωὴ σκοτεινιάζει. Ὅταν μπαίνουμε σε τέτοιες περιοχές, ἔξω μπορεῖ νὰ ἔχει λιακάδα, τὰ πράγματα ἀντικειμενικὰ νὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ ἐμεῖς νιώθουμε γεύση θανάτου.

     

    🪶 Ἂν δὲν εἴχαμε κανένα τραῦμα καὶ κανένα πόνο, θὰ εἴμαστε σὰν κομοδίνα, καλοὶ μέν, στιβαροί, ὅπως τὸ κομοδίνο, ποὺ κάθεται καὶ περιμένει τὸ αὔριο. Δεν κινεῖται, δὲν ἐργάζεται, δὲν κατασκευάζει ψυχικά, δὲν ἔχει ψυχικὸ ρυθμό, όπως λέμε. Ψυχικό ρυθμό ἔχει ὁτιδήποτε κινεῖται στὴν ἔλλειψη, στὸ τραῦμα. Ἡ βάση τῆς μάθησης εἶναι ὅτι κάποια στιγμὴ ἡ μάνα μας μᾶς «ἐγκατέλειψε». Πῆγε στο μπάνιο. Τότε φοβηθήκαμε ὅτι θὰ πεθάνουμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ πιπιλᾶμε το δάχτυλό μας, νὰ κοιτᾶμε τὸ φῶς, νὰ κάνουμε ὑπομονή, νὰ βρίσκουμε ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέω, σὰν ἐφόδια γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Ἄρα, εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω. (Μὴν πᾶμε στὴν μαζοχιστικὴ περιοχή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ σᾶς μιλήσω μετά.) Εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ πονάω ἢ ποὺ ἔχω ἐλλείμματα ἢ ποὺ ἔχω θέματα, γιατὶ ἔτσι μπορῶ νὰ μείνω ζωντανός, κινητοποιώντας το δυναμικό μου. Αὐτὸ ποὺ ζητάω στὸ βάθος, τὸ «πάρτε μου ὅλο τὸν πόνο», σημαίνει ἂς πεθάνω, ἃς μὴν ἐργάζομαι ψυχικά, ἂς μὴν κατασκευάζω, ἂς μὴ δημιουργῶ. Ἡ δημιουργικότητα, όμως, πάει πάντα μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα ἔλλειψης. Ρωτήστε τοὺς καλλιτέχνες, τους ποιητές, πῶς γεννᾶνε ἕνα ἔργο καὶ τί ὀδύνες, καὶ μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα, έχουν προηγηθεῖ. Σκεφτείτε τις μεγάλες στιγμές στη ζωή σας. Που λέτε «κατάφερα αὐτό, έκανα ἐκεῖνο», ὄχι μόνο στὰ ἐπιχειρηματικὰ ἢ στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ παντοῦ. Σκεφτεῖτε ἀκόμα καὶ τὰ μεγάλα σας ἐπιτεύγματα, κάνατε δύο παιδιά, κάνατε μιὰ ἐπιχείρηση. Ἂν σκεφτεῖτε με ειλικρίνεια, θὰ δεῖτε ὅτι σίγουρα έχει προηγηθεί θύελλα, πάντοτε. Ἀλλιῶς δὲ γίνεται. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἔθιξα λίγο, εἶναι βασικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ πάρει κανεὶς αὐτὸ τὸ ρυθμό, ποὺ ἐπεσήμανα στὴν ἀρχή.

     

    🪶 Ένας θεραπευόμενός μου κυνηγοῦσε κάποια κοπέλα ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Λέει, λοιπόν, «τὸ πρόβλημά μου δεν εἶναι μὴ μοῦ πεῖ ὄχι, τὸ πρόβλημά μου εἶναι τί θὰ κάνω ἄν μου πεῖ ναί». Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο παράδοξο. Εἶναι τὸ αἴνιγμα τοῦ κακοήθους μαζοχισμοῦ, γιατί βασανιζόμαστε. Διότι πολλὲς φορὲς γιὰ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς μας ἔχουμε κάποια συμμετοχὴ καὶ ἐμεῖς. Προκαλοῦμε τὴν καταστροφή, την τιμωρία, τὴν ὀδύνη. 

     

    🪶 Ἡ ἀγάπη βρίσκεται στὸ ζεστό στρώμα ὅταν ἡ ὁμάδα ἢ τὸ ζευγάρι εἶναι μὲς στὸ μίσος ἢ στὴν ἀπόγνωση ἢ στὸ φόβο, ἀλλὰ παραμένουν μαζὶ καὶ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ καὶ ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τονίζω τὸ «ἀκούει ὁ ἔνας τὸν ἄλλον», ἀκούει ενεργητικά, όχι μένουν μαζί ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν εἶναι μόνοι. Οἱ λέξεις καὶ τὸ κλίμα ποὺ ὑπάρχουν σὲ μιὰ ὁμάδα ἢ σὲ μιὰ οἰκογένεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τρία πολὺ ἁπλὰ καὶ βασικὰ πράγματα: πῶς μιλᾶς, πῶς ἀκοῦς, πῶς κοιτᾶς. Πῶς μιλᾶς, δηλαδή ποιό εἶναι τὸ ἠχόχρωμα καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς σου.

     

    🪶 Κλείνοντας σᾶς διαβάζω ἕνα πολὺ μικρό ἀπόσπασμα ἑνὸς πολύ καλοῦ οἰκογενειακοῦ θεραπευτῆ ποὺ λέγεται Πίτμαν, κάποια βιβλία του ἔχουν μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικά. Λέει λοιπὸν στοὺς θεραπευόμενούς του, ὅταν τοὺς ἀποχαιρετᾶ μετὰ τὸ τέλος τῆς θεραπείας: «Συγχωρῆστε τις μητέρες σας, μπεῖτε σε ὁμάδες, βρεῖτε κάποια ἐργασία καὶ κάποια ψυχαγωγία, ἀποκτῆστε σύντροφο, διατηρεῖτε τὴ σχέση ἰσότιμη καὶ ἀναθρέψτε παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρεῖτε». 

    by SearchingTheMeaningOfLife

    Βαθμολογία:

    #Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading